Η στρατηγική της Βόρειας Κορέας και το μάθημα του Καντάφι

Η συμφωνία που υπέγραψαν την Παρασκευή οι ηγέτες της Βόρειας και Νότιας Κορέας χαρακτηρίστηκε «ιστορική» από τα ΜΜΕ, ακριβώς όπως και η επίσκεψη αυτή του Κιμ Γιονγκ Ουν στην Νότια Κορέα και η συνάντηση με τον ηγέτη της, Μουν Τζε Ιν. Η πείρα διδάσκει ότι τέτοιου είδους χαρακτηρισμοί δικαιώνονται ή όχι, μόνο από την ιστορία και την ζωή. Ας περιμένουμε λοιπόν. Διότι, στην πραγματικότητα, ούτε καν η συνάντηση αυτή δεν είναι εντελώς «ιστορική», αν σκεφτεί κανείς πως η αμέσως προηγούμενη, σε τέτοιο επίπεδο, έγινε μόλις το 2007 μεταξύ του τότε Νοτιοκορεάτη προέδρου, Ρο Μου-χιουν και του τότε προέδρου της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ιλ. Και οι δύο είναι πλέον νεκροί, όπως νεκρή κατέστη και η συμφωνία τους, η οποία δεν έχει να ζηλέψει τίποτα σε φιλοδοξία από αυτήν της Παρασκευής.

Φυσικά, το διεθνές περιβάλλον σήμερα είναι διαφορετικό – αν και όχι δραματικά – από αυτό του 2007, κυρίως αναφορικά με την διεθνή, πρωτίστως δυτική, υστερία εναντίον της Βόρειας Κορέας με αφορμή της πυραυλικές δοκιμές της. Ποιος ξεχνά την ανταλλαγή «αβροτήτων» μεταξύ Τραμπ και Κιμ – ο πρώτος μέσω του αγαπημένου του twitter, ο δεύτερος δια στόματος –  τύπου «το δικό μου κουμπί είναι μεγαλύτερο» και «γεροξεκούτης»;

Υπήρχαν όμως και κάποιες, έστω και συμβολικές, «πρωτιές» σε αυτήν την συνάντηση των δύο Κορεατών ηγετών. Η σημαντικότερη είναι το γεγονός ότι ο Κιμ είναι πλέον ο πρώτος Βορειοκορεάτης ηγέτης που πάτησε το πόδι του στην Νότια Κορέα. Και ήταν ο Κιμ που σε μια ανύποπτη στιγμή, πήρε από το χέρι τον Μουν, πέρασαν μαζί τα σύνορα των δύο χωρών προς τον Βορρά και επέστρεψαν πάλι στην Νότια Κορέα, πάντα κρατώντας ο ένας τον άλλο από το χέρι.

Οι καλές προθέσεις

Όπως και να ‘χει, δεν είναι ποτέ κακό να υπογράφονται συμφωνίες για την «πλήρη αποπυρηνικοποίηση», έστω και σε επίπεδο «δέσμευσης». «Η Νότια Κορέα και η Βόρεια Κορέα επιβεβαιώνουν τον κοινό τους στόχο να εξασφαλίσουν, μέσω μιας πλήρους αποπυρηνικοποίησης, μια μη πυρηνική κορεατική χερσόνησο» επισημαίνεται στην κοινή δήλωση των δύο ηγετών, οι οποίοι δεσμεύτηκαν επίσης ότι «δεν θα υπάρξει πλέον πόλεμος στην κορεατική χερσόνησο», καθώς οι δύο πλευρές θα αναζητήσουν μια συμφωνία για την εγκαθίδρυση «διαρκούς» και «στέρεης» ειρήνης στην χερσόνησο.

Οι δύο γείτονες θα επιδιώξουν συνάντηση με τις ΗΠΑ, ίσως και την Κίνα – που έχουν συνυπογράψει και οι δύο την εκεχειρία – «για να κηρύξουν το τέλος του πολέμου και την εγκαθίδρυση μιας διαρκούς και στέρεης ειρήνης», όπως υπογραμμίζεται στην δήλωση. Οι δύο ηγέτες δεσμεύονται επίσης για τη μείωση των εξοπλισμών, την παύση των «εχθρικών ενεργειών», τη μετατροπή της αυστηρά φρουρούμενης μεθορίου μεταξύ της Νότιας και της Βόρειας Κορέας σε «ζώνη ειρήνης» και την επιδίωξη πολυμερών συνομιλιών με άλλες χώρες όπως οι ΗΠΑ.

Ο Κιμ Γιονγκ Ουν δεσμεύτηκε στις δηλώσεις που έκανε να ενεργήσει ώστε η συμφωνία που υπέγραψε με τον Νοτιοκορεάτη πρόεδρο να υλοποιηθεί. Οι δύο χώρες θα συνεργαστούν στενά για να εξασφαλίσουν ότι «δεν θα επαναληφθεί το οδυνηρό παρελθόν το οποίο είδε να ματαιώνονται προηγούμενες διακορεατικές συμφωνίες», σημείωσε. Το Πανμουντζόν, το χωριό, στο οποίο υπεγράφη η εκεχειρία στον Πόλεμο της Κορέας το 1953 και το οποίο βρίσκεται στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη που χωρίζει την κορεατική χερσόνησο, «συμβολίζει μια θλιβερή διαίρεση», αλλά αν γίνει «σύμβολο ειρήνης, ο Βορράς και ο Νότος που έχουν το ίδιο αίμα, την ίδια γλώσσα, την ίδια ιστορία και την ίδια κουλτούρα, θα γίνουν και πάλι ένα και όλες οι γενιές θα επωφεληθούν από την ευημερία».


Ρο Μου-χιουν και  Κιμ Γιονγκ Ιλ

Επίσης συμφωνήθηκε, οι δύο χώρες να διοργανώσουν ον Αύγουστο μια νέα συνάντηση των οικογενειών που χωρίστηκαν μετά το τέλος του πολέμου πριν από 65 χρόνια. «Η Νότια Κορέα και η Βόρεια Κορέα αποφάσισαν να συνεχίσουν το πρόγραμμα επανένωσης των οικογενειών που έχουν χωριστεί (…) στις 15 Αυγούστου φέτος», σημειώνουν οι ηγέτες και προσθέτουν ότι ο πρόεδρος της Νότιας Κορέας Μουν Τζε Ιν θα πραγματοποιήσει φέτος επίσκεψη στην Πιονγκγιάνγκ.

Μια τέτοια εξέλιξη ήταν αδιανόητη πριν από λίγους μήνες. Ακόμη και όταν, όπως σχολιάζει το Τhe Αtlantic οι αξιωματούχοι των ΗΠΑ εξέφρασαν την ανυπομονησία τους για την ολική μονομερή αποπυρηνικοποίηση της Βόρειας Κορέας, ο Μουν συγκράτησε τους συνεργάτες του – αλλά και τους διεθνείς συμμάχους του – πρόσφατα, από την «υπερβολική προθυμία να προσπαθήσουν να λύσουν όλα τα προβλήματα με τη μία».

Τα ερωτηματικά

Όλα αυτά είναι εξαιρετικά εντυπωσιακά, αν σκεφτεί κανείς ότι, όπως θυμίζει το Stratfor, πριν από ένα χρόνο, φαινόταν πως η Βόρεια Κορέα δεν μπορούσε να ξεπεράσει την «επιμονή» της να «αναγνωριστεί ως πυρηνική δύναμη». Αργότερα και πριν την συνάντηση των δύο ηγετών, έκανε πολλές «δημόσιες παραχωρήσεις». Συνεπώς, εκτιμά το  Stratfor, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι υπάρχει αρκετή σύγχυση σχετικά με το τι θέλει η Βόρεια Κορέα, τι είναι πρόθυμη να κάνει και αν μπορεί κανείς να εμπιστευτεί την ηγεσία της.

Η πρόβλεψη του Stratfor για το δεύτερο τρίμηνο του τρέχοντος έτους ανέδειξε τις προσπάθειες της Βόρειας Κορέας να ξεφύγει από τον κύκλο της έντασης προσεγγίζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Νότια Κορέα. Καθώς οι διασκέψεις κορυφής με τις δύο χώρες πλησίαζαν, οι παραχωρήσεις της Βόρειας Κορέας αύξησαν τις πιθανότητες να παραιτηθεί από το πυρηνικό της πρόγραμμα.

Λίγα χρόνια πριν, το Stratfor υποστήριξε ότι το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της Βόρειας Κορέας δεν αντιμετωπίζεται πλέον ως διαπραγματευτικό χαρτί για να αποσπάσει προσωρινά αντάλλαγμα και οικονομικά και πολιτικά οφέλη, αλλά, αντίθετα, κατέστη στρατηγική αναγκαιότητα που εξασφαλίζει το μέλλον της χώρας. Μία από τις βασικές αιτίες για γι’ αυτήν την ποιοτική αναβάθμιση στην στρατηγική της Βόρειας Κορέας ήταν ο θάνατος, δια λιντσαρίσματος, του ηγέτη της Λιβύης, Καντάφι, ο οποίος παρ’ όλο που παραιτήθηκε από τα όπλα μαζικής καταστροφής, σκοτώθηκε κατά την, υποστηριζόμενη από τη Δύση, ανατροπή της κυβέρνησής του. Ωστόσο, η Βόρεια Κορέα έχει δηλώσει ότι είναι πρόθυμη τώρα να προχωρήσει στην αποπυρηνικοποίησή της. Τίθεται όμως πάντα το ερώτημα αν είναι ειλικρινής. Η ιστορία μπορεί να φωνάζει «όχι», αλλά οι συμπεριφορές μπορούν πάντα να αλλάξουν.

‘Η μήπως όχι; Οι εξελίξεις αυτές λοιπόν θέτουν διάφορα ερωτήματα: Μπορεί η Βόρεια Κορέα να παραιτηθεί από το εξοπλιστικό της πρόγραμμα; Πώς εντάσσεται το πρόγραμμα αυτό στη μεγάλη στρατηγική του Βορρά; Και είναι, τελικά, το πρόγραμμα ο τελικός στόχος ή ένα μέσο για ένα τέλος;

Η μεγάλη στρατηγική

Κατά το Stratfor, η μεγάλη στρατηγική της Βόρειας Κορέας επικεντρώνεται σε έναν μόνο στόχο: Την ενοποίηση της Κορεατικής Χερσονήσου. Αυτό οφείλεται στην ανάγνωση της κορεατικής ιστορίας από τον Βορρά. Αν και η ενοποιημένη Κορέα ήταν ευάλωτη στους μεγαλύτερους και ισχυρότερους γείτονές της αφού βρισκόταν στη διαδρομή μεταξύ της θαλάσσιας και της ηπειρωτικής βορειοανατολικής Ασίας, γεγονός που προκάλεσε πλήθος εισβολών κατά τον 13ο, 16ο και 20ό αιώνα, η διαιρεμένη Κορέα είναι ακόμα πιο ευάλωτη.

Η Πιονγιάνγκ συνδέει την ιστορία της με το βασίλειο Κογκούριο, το οποίο διήρκεσε από τον πρώτο έως τον έβδομο αιώνα. Στην ακμή του, απλωνόταν από την κοιλάδα του ποταμού Χαν μέχρι την σημερινή βορειοανατολική Κίνα. Μια συμμαχία μεταξύ του νότιου κορεατικού βασιλείου της Silla με την Κίνα της δυναστείας των Τανγκ οδήγησε στην κατάρρευση του Κογκούριο. Μεγάλο μέρος της επικράτειάς και του πληθυσμού της έπεσαν στα χέρια της Κίνας και η κινεζική επιρροή και η εξουσία επεκτάθηκαν, χρονικά, και στα επόμενα κορεατικά βασίλεια.

Η ψυχροπολεμική διαίρεση της κορεατικής χερσονήσου μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενίσχυσε αυτό το ιστορικό «μήνυμα» προς τη Βόρεια Κορέα: Μια διχασμένη Κορέα είναι αδύναμη, μια Κορέα που εξαρτάται από την ξένη δύναμη είναι εκμεταλλεύσιμη, και η αληθινή ανεξαρτησία και ασφάλεια προέρχονται μόνο από την αυτοδυναμία και την εγχώρια κυριαρχία.

Το πυρηνικό «παζάρι» και το «φάντασμα» του Καντάφι

Η θέληση για απόκτηση πυρηνικού οπλοστάσιου ξεκίνησε περίπου το 1960 και αφορούσε και τις δύο χώρες της χερσονήσου. Βασιζόμενη αρχικά στο εκκολαπτόμενο πυρηνικό πρόγραμμα της ΕΣΣΔ κατά την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία, στην συνέχεια, η Βόρεια Κορέα έκανε σπασμωδικά βήματα και αρκετές φορές ακύρωσε δοκιμές, διέλυσε ακόμη και εγκαταστάσεις, για να κερδίσει οικονομικά και πολιτικά οφέλη. Μόνο στις αρχές του 21ου αιώνα ο Βορράς ανέλαβε πιο συντονισμένες προσπάθειες για την ολοκλήρωση του προγράμματος, σπάζοντας ένα ταμπού σχετικά με τις πυρηνικές δοκιμές και επιταχύνοντας τα προγράμματα πυραύλων μεγάλου βεληνεκούς.

Το 2008, ο ηγέτης της Βόρειας Κορέας, Κιμ Γιονγκ Ιλ είχε ένα εγκεφαλικό επεισόδιο και, μετά την ανάρρωσή του, το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων επιταχύνθηκε, καθώς προσπάθησε να το ολοκληρώσει πριν από την παράδοση της εξουσίας. Κάπου σε αυτό το χρονικό σημείο και μόλις ένα χρόνο μετά από την άλλη «ιστορική» συνάντηση του 2007, η κατάσταση στην χερσόνησο πήρε πάλι την κάτω βόλτα. Ο Βορράς πραγματοποίησε αρκετές πυραυλικές δοκιμές. Το 2010 βύθισε ένα πολεμικό πλοίο της Νότιας Κορέας – η Βόρεια Κορέα το αρνείται – και αποκάλυψε σε έναν Αμερικανικό ερευνητή ότι είχε και πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου επιπλέον του γνωστού προγράμματος με το πλουτώνιο.

Η κοινή αίσθηση ότι ένταση κλι μακωνόταν οδήγησε στην επανάληψη του διαλόγου μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Βόρειας Κορέας το 2011 και σε μια συμφωνία στις 29 Φεβρουαρίου 2012, λίγο περισσότερο από δύο μήνες μετά το θάνατο του Κιμ Γιονγκ Ιλ. Η χρονική συγκυρία ήταν πραγματικά εντυπωσιακή, αφού αντανακλούσε, κατά ιστορικά συμπτωματικό τρόπο, τη συμφωνία του 1994, η οποία επίσης επήλθε μετά από μια περίοδο κρίσης και τον θάνατο ενός ηγέτη. Όμως, η νέα συμφωνία ήταν πιο περιορισμένη από ό,τι εκείνη του 1994 και, όπως και σε εκείνη την προηγούμενη συμφωνία, τα πράγματα άρχισαν να καταρρέουν αφού ο νέος ηγέτης της Βόρειας Κορέας εδραίωσε την εξουσία του.

Ο θάνατος του Κιμ Γιονγκ Ιλ και η ανάληψη της εξουσίας από τον Κιμ Γιονγκ Ουν, ήρθαν λίγους μήνες αργότερα από την πτώση του Καντάφι. Η ανατροπή του Λιβύου ηγέτη ήρθε οκτώ χρόνια αφού είχε παραιτηθεί από το πρόγραμμα όπλων μαζικής καταστροφής με αντάλλαγμα την επιστροφή του στη διεθνή κοινότητα. Το μήνυμα προς τους νέους ηγέτες της Βόρειας Κορέας ήταν σαφές: Η απόρριψη ενός πυρηνικού προγράμματος δεν θα πρόσφερε και πολλά για να τερματιστεί η αίσθηση της εχθρότητας, αφήνοντας τον Βορρά ευάλωτο σε μελλοντικές πολιτικές και στρατιωτικές ενέργειες των ΗΠΑ. ‘Ετσι, το 2013 ο Βορράς επανέλαβε τις πυρηνικές δοκιμές και επιτάχυνε το πρόγραμμα ανάπτυξης πυραύλων, το οποίο συνεχίστηκε μέχρι το 2017.

Τι σήμαινε και τι σημαίνει λοιπόν το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας; ‘Ηταν τα πυρηνικά όπλα όλος ο στόχος; Ήταν ο μόνος τρόπος να μπορέσει ο Βορράς «να εξασφαλίσει» την ασφάλειά του έναντι μιας εχθρικής Αμερικής; Ή μήπως ήταν ένα μέσο για την επίτευξη τόσο της ασφάλειας του καθεστώτος όσο και ενός «μονοπατιού» προς την ενοποίηση της χερσονήσου; Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι, όπως σε αρκετές προηγούμενες περιπτώσεις, ο Βορράς έθεσε για άλλη μια φορά εμπόδια και έφερε πιο κοντά την πιθανότητα μιας παγκόσμιας σύγκρουσης, ενώ, στην συνέχεια, άφησε χώρο σε τρίτους να σπεύσουν να χαλαρώσουν τις εντάσεις, αγοράζοντας περισσότερο χρόνο. Ένα άλλο επιχείρημα είναι ότι ο Βορράς δεν ήταν σε θέση να κερδίσει τις διαβεβαιώσεις που ήθελε χρησιμοποιώντας το εκκολαπτόμενο πυρηνικό του πρόγραμμα και ότι οι αμερικανικές κυρώσεις, υποστηριζόμενες αυτή τη φορά και από την Κίνα, τον αναγκάζουν να επιστρέψει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων.

Η πραγματικότητα, όμως, μπορεί να μην είναι τόσο σαφής ή απλή.

Το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας ήταν πάντα ένας κίνδυνος, ίσως περισσότερο από ό,τι ήταν πηγή πραγματικής ασφάλειας. Όσο πλησίαζε ο Βορράς στο να καταστεί πυρηνική δύναμη, τόσο μεγαλύτερη γινόταν η ανάγκη των Ηνωμένων Πολιτειών να σταματήσουν αυτή την πρόοδο, ακόμα κι αν αυτό σήμαινε τη χρήση στρατιωτικής δύναμης.

Ο Βορράς πήρε κατάκαρδα το τέλος του Καντάφι, αλλά πολλοί ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρχε σύγκριση, ακόμη και αν το νόμιζε ειλικρινά η ηγεσία του. Σε αντίθεση με τους Λίβυους, οι Βορειοκορεάτες έχουν δεκάδες χιλιάδες Αμερικανούς στρατιώτες εντός της εμβέλειας των συμβατικών όπλων τους, ζωές, δηλαδή, που κρατούν σε »ομηρία» στις σχέσεις του με τις ΗΠΑ. Επιπλέον, ο Βορράς διαθέτει εκατοντάδες πυροβολαρχίες και πυραύλους που στοχεύουν τη Σεούλ, την πρωτεύουσα ενός βασικού συμμάχου των ΗΠΑ. Οποιαδήποτε προσπάθεια των ΗΠΑ να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Κιμ θα αντιμετωπιστεί με έναν πόλεμο στη χερσόνησο, έναν πόλεμο που θα μπορούσε να εξαπλωθεί γρήγορα, ώστε να περιλαμβάνει την Κίνα, την Ιαπωνία, ακόμη και τη Ρωσία. Ο ηγέτης της Λιβύης είχε ελάχιστη τέτοια δυνατότητα να εξασφαλίσει μαζικές απώλειες για την Αμερική και τους συμμάχους της.

Το πρόγραμμα πυρηνικών όπλων της Βόρειας Κορέας έχει φτάσει σε μια κρίσιμη στιγμή. Οι περισσότερες εκτιμήσεις συμφωνούν, ότι ο Βορράς είναι πλέον σε θέση να τοποθετήσει μια πυρηνική κεφαλή πάνω σε έναν πύραυλο και να τον εκτοξεύσει. Η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία και η Κίνα βρίσκονται εντός της εμβέλειας της πυραυλικής δυνατότητας του Βορρά. ταυτόχρονα, έχει λιγότερες πιθανότητες επιτυχίας σε μια επίθεση στη Χαβάη και το Γκουάμ, και ακόμη λιγότερο αποδεδειγμένη ικανότητα να φτάσει στις ηπειρωτικές Ηνωμένες Πολιτείες. Αλλά η θεωρητική ικανότητα υπάρχει. Μια πλήρης επίδειξη αυτής της ικανότητας, η τελική «απόδειξη» της πυρηνικής δυνατότητας του Βορρά, αναμένεται να είναι μια πυρηνική δοκιμή στον Ειρηνικό, ίσως ακόμη και φέτος.

Μεγάλη φιλοδοξία, μικρά βήματα

Η επερχόμενη σύνοδος κορυφής ΗΠΑ – Βόρειας Κορέας φαίνεται να επιτυγχάνει ορισμένους στόχους. Δίνει στο Βορρά την παγκόσμια αναγνώριση που επιδιώκει και μπορεί να σπάσει το διπλωματικό και οικονομικό πλαίσιο που περιορίζει την ανάπτυξη της χώρας. Η συνάντηση κορυφής μεταξύ των δύο Κορεατών ηγετών δίνει, τουλάχιστον προσωρινά, στο Βορρά, μερικά μικρά βήματα προς την κατεύθυνση της στενότερης συνεργασίας με τη Νότια Κορέα, καθώς και μια μικρή κίνηση προς τον στρατηγικό στόχο της ενοποίησης.

Κάποιες αναλύσεις επιχειρούν να συγκρίνουν την επικείμενη – όπως όλα δείχνουν – συνάντηση του Τραμπ με τον Κιμ, με εκείνη του Νίξον με τον Μάο, στην Κίνα, το 1972. Ωστόσο, σε άρθρο του στο Bloomberg (βλ. Βόρεια Κορέα: Η διπλωματία δύο συναντήσεων), ο Ίλαϊ Λέικ υποστηρίζει πως η σύγκριση είναι λανθασμένη, καθώς η βελτίωση των σχέσεων με την Βόρεια Κορέα δεν προσφέρει τα ίδια ανταλλάγματα που υποσχόταν τότε η βελτίωση των σχέσεων με την Κίνα. Τότε, τόσο η Κίνα όσο και οι Ηνωμένες Πολιτείες αναζητούσαν μέθοδο άσκησης πίεσης στην ΕΣΣΔ, προκειμένου να πετύχουν διάφορους στόχους. Η Βόρεια Κορέα, όμως, υποστηρίζει ο Λέικ, είναι σε δυσχερή θέση, και ακόμα και αν βρει το δρόμο της ως συνομιλητής των μεγάλων δυνάμεων θα παραμείνει ένα περιορισμένο κράτος – δορυφόρος. 

Για τους New York Times, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το πλήθος κυρώσεων και περιορισμών που έχουν επιβληθεί στη Βόρεια Κορέα μπορεί να έχει βλάψει σημαντικά τις ικανότητες του κράτους, όμως η ανθεκτικότητα των πολιτών δεν θα πρέπει να παραβλέπεται. Είναι αλήθεια πως το πετρέλαιο που φτάνει στη χώρα δεν αρκεί ούτε για το ήμισυ των αναγκών της. Οι Βορειοκορεάτες που εργάζονταν στο εξωτερικό δεν μπορούν πλέον να το κάνουν, περιορίζοντας το συνάλλαγμα που εισάγεται στη χώρα. Και με όλους τους οικονομικούς περιορισμούς, παρατηρούνται σημαντικές ελλείψεις σε φάρμακα, και η αδυναμία εισαγωγής λιπασμάτων μπορεί να αποβεί μοιραία για την επόμενη σοδειά και τα διαθέσιμα τρόφιμα στη χώρα.

Παρ’ όλα αυτά, η Βόρεια Κορέα βρίσκεται σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι ίσως θα περίμενε κάποιος, και όχι μόνο λόγω του απόλυτου ελέγχου της από το καθεστώς. Το λαθρεμπόριο και μια αναπτυσσόμενη μεσαία τάξη παραπέμπουν σε ανανεωμένη αυτοπεποίθηση ανάμεσα στους κατοίκους, και οδηγούν ορισμένους ειδικούς, όπως τον οικονομολόγο του Πανεπιστημίου της Βιέννης, Ρέντιγκερ Φρανκ, να σχολιάζουν πως δεν είναι οι κυρώσεις που οδήγησαν στις συνομιλίες, ούτε που θα κάμψουν το ηθικό των πολιτών.

Πάντως, το Stratfor θυμίζει πως υπάρχει και ένα ιστορικό δίδαγμα με πολλούς αποδέκτες και πολλές ερμηνείες: Εντάξει, η απόσυρση του Καντάφι από την παραγωγή όπλων μαζικής καταστροφής δεν τον έσωσε, αλλά ούτε και η κατοχή ενός τεράστιου πυρηνικού οπλοστασίου εξασφάλισε την ύπαρξη της Σοβιετικής Ένωσης. Και δεν είναι εντελώς ξεκάθαρο – παρά τα φαινόμενα – ποιος από τους γεωπολιτικούς «παίκτες» στην κορεατική χερσόνησο (και γύρω από την) , ταυτίζεται με τα πρόσωπα, τις χώρες και τις καταστάσεις του παραπάνω παράδειγμα. 

Απάντηση