Ο Μακρόν εκτοπίζει τη Μέρκελ

Το κόμμα «En Marche» («La République En Marche!» -Η Δημοκρατία Μπροστά!) του Μακρόν δεν έχει ακόμη ούτε μία έδρα στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά όταν ο Γάλλος πρόεδρος εμφανίστηκε στην αίθουσα της Ολομέλειας στο Στρασβούργο την περασμένη Τρίτη, φαινόταν ότι ήδη είχε τον έλεγχο: Έσφιξε τα χέρια με την επικεφαλής της διπλωματίας της ΕΕ, Φεντερίκα Μογκερίνι και τον ενθουσιώδη πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν Κλοντ Γιούνκερ, ενώ πολλοί βουλευτές του επιφύλαξαν θερμή υποδοχή. Υπήρχαν όμως και βουλευτές της Αριστεράς που σήκωσαν πλακάτ κατά την είσοδό του στην αίθουσα, καταγγέλοντας την γαλλική συμμετοχή στην πυραυλική επίθεση στην Συρία.

Για το Spiegel, πάντως, ο Μακρόν έμοιαζε να εμφυσά «νέα ζωή και δύναμη» στην ευρωπαϊκή ήπειρο, μετά το Brexit και την εκλογική ενίσχυση της ακροδεξιάς σε μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες. Και στην ομιλία του στο Ευρωκοινοβούλιο, δεν άφησε καμία αμφιβολία για το τι διακυβεύεται: «Η γοητεία του αντι-φιλελευθερισμού, του λαϊκισμού, αυξάνεται μέρα με τη μέρα. Η απάντηση δεν πρέπει να είναι μια αυταρχική δημοκρατία, αλλά το κύρος της δημοκρατίας». Η εστίαση του Μακρόν ήταν, κατά το Spiegel, εκπληκτική ως προς την ευρύτητά της, καθώς παρέπεμψε ακόμη και στον φιλόσοφο Alexis de Tocqueville*, ο οποίος έγραψε το μεγάλο έργο για την αμερικανική δημοκρατία.

Την ίδια στιγμή, η Μέρκελ, προσπαθούσε ασθμαίνοντας να εξασφαλίζει την επιδοκιμασία των μακράν πιο μετριοπαθών προτάσεών της. Συγκεκριμένα, ήταν οι Γερμανοί χριστιανοδημοκράτες, Ralph Brinkhaus και Katja Leikert, οι οποίοι έθεσαν τις ανησυχίες τους για τα μεταρρυθμιστικά σχέδια του Μακρόν για την ΕΕ. Η Μέρκελ έκανε ό,τι μπορούσε για να απαντήσει σε αυτές τις ανησυχίες, επικαλούμενη, στα σχόλιά της προς τους συντηρητικούς βουλευτές που συγκεντρώθηκαν στο Βερολίνο, κάθε επιχείρημα, από την Ειρήνη του Άουγκσμπουργκ** του 1555, μέχρι τις σημερινές κρίσεις, χωρίς όμως να καταφέρει να δημιουργήσει ένα ενθουσιώδες κλίμα. Τελικά, ήταν τόσο συμβιβαστική έναντι της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της, που έμοιαζε να μην είναι εκείνη που καθορίζει την ατζέντα την γερμανικής πολιτικής στην ΕΕ, αλλά μάλλον μια χούφτα βουλευτών του Μακρόν, για τους οποίους προφανώς ούτε είχε ακούσει κάτι ποτέ.

Εκθρονίστηκε η «βασίλισσα» της Ευρώπης;

Δεν έχουν περάσει ούτε πέντε χρόνια από την πλειάδα των αναλύσεων, συζητήσεων και απόψεων σχετικά με την ηγεμονική δύναμη της Γερμανίας στην ήπειρο. Η ψυχρή πραγματικότητα, έγραψε ο «Economist», είναι ότι «η Γερμανία είναι η δύναμη στην Ευρώπη που μετράει περισσότερο. Στις Βρυξέλλες ή το Παρίσι μπορούν να μιλάνε όσο θέλουν. Αλλά μέχρι να συμφωνήσει η κυρία Μέρκελ, τίποτα δεν γίνεται». Ο κίνδυνος, πρόσθετε το περιοδικό, δεν είναι ότι η Γερμανία θα αναδειχθεί ως πολύ ισχυρή, αλλά ότι θα μπορούσε να αρνηθεί να αναλάβει ηγετικό ρόλο.

«Αλλά σήμερα;» αναρωτιέται το «Spiegel». Ο κόσμος έχει γίνει ένα επικίνδυνο μέρος, με έναν ηγέτη στο Κρεμλίνο να ονειρεύεται την πρώην σοβιετική εξουσία και έναν Αμερικανό πρόεδρο που δεν φαίνεται να μπορεί να καταλάβει τη διαφορά μεταξύ της πολιτικής και ενός βιντεοπαιχνιδιού. Είναι χαρακτηριστική η αναφορά του στους «ωραίους» και «έξυπνους»… πυραύλους.

Μπορεί το πυραυλικό χτύπημα στην Συρία από τις ΗΠΑ πριν από μία εβδομάδα να μην ήταν όσο ισχυρό θα μπορούσε, αλλά σίγουρα δεν πραγματοποιήθηκε χάρη στην Μέρκελ, η οποία βρισκόταν στο περιθώριο, καθώς οι μεγάλες δυνάμεις αποφάσισαν ποια πορεία δράσης θα ακολουθούσε η Δύση. Αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα για το πώς η Γερμανία ξαναπαίρνει το ρόλο του θεατή στη διεθνή πολιτική. Η γερμανική κυβέρνηση χρειάστηκε να παλέψει για μια θέση στη κοινή σύνοδο ΕΕ και ΟΗΕ για την Συρία που έλαβε χώρα το προηγούμενο διάστημα στις Βρυξέλλες. Όταν τέθηκε το ζήτημα των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας ως απάντηση στη δηλητηρίαση του Ρώσου διπλού πράκτορα Σεργκέι Σκριπάλ – που η Δύση θεωρεί δεδομένη την ενοχή του Κρεμλίνου με το τελευταίο να το αρνείται – η Γερμανία δεν είχε λόγο. Και στην ΕΕ, ο Μακρόν κάθεται πλέον στην θέση του οδηγού.

Είναι κάτι περισσότερο από συμβολικό που ο Γάλλος πρόεδρος έτυχε λαμπρής υποδοχής στην Ουάσινγκτον, ενώ η Μέρκελ πραγματοποίησε μια σύντομη «επίσκεψη εργασίας» στο Λευκό Οίκο, μόλις λίγα 24ωρα πριν την επίσκεψη του Μακρόν στις ΗΠΑ. Η Γερμανία επέστρεψε και πάλι στο παρασκήνιο, και αυτό δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα της παρατεταμένης προσπάθειας για σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις εκλογές του περασμένου Σεπτεμβρίου. Κατά το Spiegel, τα τελευταία χρόνια, η Μέρκελ απώλεσε μεγάλο μέρος του πολιτικού της κεφαλαίου, ιδιαίτερα με τις πολιτικές για τους πρόσφυγες που αποτελούσαν «προσβολή» σχεδόν για όλους τους συμμάχους της Γερμανίας. Είδε επίσης την εξουσία της στο Βερολίνο να μειώνεται σημαντικά. Για χρόνια, ο Χορστ Σεεχόφερ, ο επικεφαλής της Χριστιανικής Κοινωνικής Ένωσης (CSU) – του βαυαρικού αδελφού κόμματος του CDU της Μέρκελ – έδωσε στην καγκελάριο το ελεύθερο σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Αλλά τώρα λέει πως δεν θα άφηνε με κανένα τρόπο να προχωρήσει στρατιωτικό χτύπημα κατά της Συρίας: «Θα είχα χρησιμοποιήσει το βέτο μου».

Η χώρα αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή μια παράξενη μορφή παλινδρόμησης. Κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ουκρανία, ήταν η Μέρκελ και όχι οι Ηνωμένες Πολιτείες που ανέλαβε πρωτοβουλία. Λίγο νωρίτερα, στις αρχές του 2014, η Γερμανίδα υπουργός Άμυνας, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, δήλωσε στη Διάσκεψη για την Ασφάλεια στο Μόναχο, ότι οι συσκέψεις και η αναμονή δεν ήταν πλέον επιλογή: «Αν έχουμε τα μέσα, αν έχουμε τις δυνατότητες, τότε έχουμε την υποχρέωση και την ευθύνη να επέμβουμε». Ο Τραμπ είχε μόλις εκλεγεί τον Νοέμβριο του 2016, όταν οι «New York Times» περιέγραφαν την Μέρκελ ως ουσιαστικά, τον τελευταίο υπερασπιστή της φιλελεύθερης Δύσης.

Η ίδια η καγκελάριος δίσταζε να ανακοινώσει την πρόθεσή της για τέταρτη θητεία, αλλά αποφάσισε να το πράξει λίγο μετά την εκλογή του Τράμπ. Μια απόφαση που συνδέεται με την αίσθηση πως η ηγεσία της ήταν αρνητικά αναγκαία σε έναν κόσμο που ετοιμαζόταν να κλονιστεί. Και στη συνέχεια, στη μέση της προεκλογικής εκστρατείας της, έκανε τη διάσημη δήλωσή της για την Ευρώπη, που έπρεπε να είναι έτοιμη να «πάρει τη μοίρα της στα χέρια της». Δήλωση που για πολλούς αναλυτές σήμανε την ρήξη με το μεταπολεμικό ευρωπαϊκό πολιτικό οικοδόμημα.

Μακρόν: Ο νέος ηγέτης της Ευρώπης

Η δήλωση της Μέρκελ θα μπορούσε να σηματοδοτήσει μια καμπή στην ευρωπαϊκή ιστορία, αλλά φαίνεται ότι ο μόνος που την πήρε σοβαρά ήταν ο Εμμανουέλ Μακρόν, ο οποίος ορκίστηκε πρόεδρος της Γαλλίας στις 14 Μαΐου του 2017. Μετά από μόλις ένα χρόνο στην εξουσία, έχει καθιερώσει τη Γαλλία ως ηγετικό κράτος στην Ευρώπη και τώρα είναι αυτός που εμφανίζεται ως ο υπερασπιστής της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Δεν χρειάζεται να συμφωνείς με τον Μακρόν σε όλα. Όμως, ο Γάλλος πρόεδρος εξακολουθεί να ξεχωρίζει από την καγκελάριο, ως κάποιος που όχι μόνο έχει το θάρρος να διαμορφώνει ιδέες αλλά και το θάρρος να αγωνιστεί για αυτές τις ιδέες ενάντια στην όποια αντιπολίτευση.

Η Μέρκελ φυσικά αισθάνεται αυτήν την μετατόπιση εξουσίας. Υπήρχε μια σκοτεινή πλευρά στον ρόλο της ως «βασίλισσας της Ευρώπης», όπως την αποκαλούσαν κάποιοι. Όπως σημειώνει το Spiegel, οι γελοιογραφίες στην Ελλάδα την παρουσίαζαν με χιτλερικό μουστάκι κατά την διάρκεια της κρίσης και ομοιώματά της καίγονταν τελετουργικά. Ακόμη κι έτσι όμως, κανείς δεν διανοούνταν ότι θα μπορούσε να την παρακάμψει, αν κάτι έπρεπε να επιτευχθεί στην Ευρώπη. Σήμερα όμως είναι ο Μακρόν εκείνος με τον οποίο θέλουν να συνομιλούν οι πάντες. Στο τέλος των συνόδων κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Μέρκελ συχνά πλέον εξαφανίζεται γρήγορα στο ξενοδοχείο της, κάνοντας το πολύ μια σύντομη δήλωση. Ο Μακρόν, αντιθέτως, θέλει να χρησιμοποιήσει αυτά τα γεγονότα ως ευκαιρία να κάνει μεγαλύτερες εμφανίσεις με τους ηγέτες του κόσμου. «Η πραγματική Γαλλία επιστρέφει» δήλωσε ο Γιούνκερ, φανερά ικανοποιημένος μετά την ομιλία του Μακρόν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Όταν ο Μακρόν επισκέφθηκε την Κίνα τον Ιανουάριο, η Μέρκελ βρισκόταν στη μέση των διαπραγματεύσεων για να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό μαζί με τους Σοσιαλδημοκράτες, τρεις μήνες μετά από τις εκλογές, μέχρι εκείνη τη στιγμή. «Κάνει διεθνή πολιτική και είμαι κολλημένη εδώ», εκμυστηρεύθηκε σε έναν συνεργάτη της, σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό και συνεχίζει: Το στυλ του Μακρόν είναι εντελώς διαφορετικό από την προσέγγιση της Μέρκελ. Δεν αποφεύγει τις μεγάλες ιδέες ή να εμφανίζεται παθιασμένος. Με αυτή την έννοια, ο Μακρόν συγκρίνεται με τον Μπαράκ Ομπάμα, του οποίου η άνοδος ήταν σε μεγάλο βαθμό το αποτέλεσμα των μεγάλων δεξιοτήτων του ως ρήτορας.

Λόγια που ακολουθούνται από πράξεις

Σε αντίθεση με τον Ομπάμα, όμως, ο Μακρόν έχει, μέχρι στιγμής, συνοδεύσει τα λόγια του με πράξεις. Στα μέσα Φεβρουαρίου, ανακοίνωσε ότι η χρήση χημικών όπλων στη Συρία θα διαπεράσει την «κόκκινη γραμμή» που θα τον οδηγήσει να λάβει αποφάσεις για στρατιωτική δράση. Εκ των υστέρων προκύπτει ότι δεν ήταν μόνο συμβολική δήλωση. Ο Μακρόν, όχι μόνο χρησιμοποίησε τα ίδια λόγια που είχε πει ο Ομπάμα σχεδόν έξι χρόνια πριν, αλλά ο Γάλλος πρόεδρος προχώρησε στην εκτόξευση πυραύλων εναντίον της Δαμασκού.

Από την άλλη, η Μέρκελ φαίνεται πως ούτε που σκέφτηκε ποτέ να αναλάβει τον ηγετικό ρόλο της Αμερικής. Έχει πλήρη επίγνωση της άσχημης κατάστασης των γερμανικών ενόπλων δυνάμεων και γνωρίζει ότι ο Γερμανικός λαός δεν θέλει να μπλέκεται σε ξένες συγκρούσεις. Ο πραγματισμός της Μέρκελ ήταν πάντα η πηγή της επιτυχίας της. Μόνο όταν έδειξε μια προφανώς «ιδεαλιστική» πλευρά της κατά τη διάρκεια της κρίσης των προσφύγων, η δημοτικότητά της άρχισε να πέφτει. Η Γερμανίδα καγκελάριος στερείται επίσης του σαφούς δραματουργικού ταλέντου του Μακρόν. Η Μέρκελ δεν θα κάνει ποτέ μια νικηφόρα ομιλία μπροστά σε ένα εθνικό σύμβολο με τον τρόπο που το έκανε ο Μακρόν το απόγευμα των προεδρικών εκλογών, όταν μίλησε μπροστά στη γυάλινη πυραμίδα του Λούβρου, υπό την μελωδία του ύμνου της ΕΕ, την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν. Όταν η Μέρκελ κέρδισε σχεδόν την απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στις εκλογές του 2014 και οι οπαδοί της στην έδρα του CDU άρχισαν να κουνάνε θριαμβευτικά χάρτινα σημαιάκια, τους «μάζεψε» γρήγορα κινήθηκε για να τους συγκεντρώσει. Ήταν πολύ επιδεικτικό για το γούστο της.

Η άνοδος της Μέρκελ στον «θρόνο» της Ευρώπης δεν ήταν καθόλου ενορχηστρωμένη, αλλά προϊόν της κρίσης του ευρώ. Ήταν η γυναίκα με τα περισσότερα μετρητά, που καθιέρωσε την εξουσία της στις Βρυξέλλες. Ασχολήθηκε επίσης με την κρίση με τον ίδιο τρόπο που το κάνει και με κάθε άλλο: Χωρίς γενικό σχέδιο, αλλά εστιάζοντας στις λεπτομέρειες. Και ενώ η Μέρκελ επιδιώκει να απομακρύνει προσεκτικά τους Γόρδιους δεσμούς, ο Μακρόν επιδιώκει να τους κόψει στη μέση. Δημιούργησε μια νέα πολιτική δύναμη από το μηδέν και αποδεκάτισε τα δύο παραδοσιακά κόμματα της Γαλλίας, τους σοσιαλιστές και τους συντηρητικούς, που εδώ και δεκαετίες είχαν καθορίσει το πεπρωμένο της χώρας. Αυτή η εμπειρία έδωσε στον Μακρόν μια αυτοπεποίθηση που λίγοι Γάλλοι ηγέτες μετά τον Ντε Γκωλ κατάφεραν να αποκτήσουν. Ίσως αυτό είναι που τον κάνει να πιστεύει ότι μπορεί να επεκτείνει την «επανάστασή» του, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στις δυτικές πολιτικές δομές.

Στην ομιλία του στο Ευρωκοινοβούλιο, ο Μακρόν δεν αφιέρωσε ούτε μία φράση στη γαλλο-γερμανική εταιρική σχέση, «σκόπιμα», όπως θα έλεγε αργότερα όταν το ζήτησε ένας βουλευτής. Ο Μακρόν γνωρίζει τους περιορισμούς της Γερμανίδας καγκελαρίου. Γνωρίζει ότι υπάρχουν πολλά μέλη του κοινοβουλίου από το CDU και το CSU που δεν φοβούνται τίποτα περισσότερο από την ιδέα ότι η Γερμανία θα μπορούσε να επενδύει κάθε χρόνο στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα μερικά δισεκατομμύρια ευρώ περισσότερα από ό, τι τώρα. Ως εκ τούτου, έχει περιορίσει τις δημόσιες δηλώσεις του σχετικά με την Μέρκελ προς το παρόν. Στο Στρασβούργο, για παράδειγμα, μίλησε μόνο για έναν «χάρτη πορείας που θα μας επιτρέψει να προχωρήσουμε βήμα προς βήμα στην τραπεζική ένωση και να δημιουργήσουμε μια δημοσιονομική ικανότητα για την προώθηση της σταθερότητας και της σύγκλισης στη ζώνη του ευρώ». ‘Εμοιαζε σχεδόν με κάτι που θα έλεγε η Μέρκελ.

Η Μέρκελ και ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Ολαφ Σολτς παρακολουθούν τον Γάλλο πρόεδρο και το Spiegel γράφει ότι έχουν ήδη υπάρξει αρκετές περιπτώσεις όταν οι δύο τους κάθισαν μαζί στην καγκελαρία, εξετάζοντας πώς να αντιμετωπίσουν τον Μακρόν. Και οι δύο είναι αποφασισμένοι να παρουσιάσουν ένα σχέδιο για το μέλλον μαζί με τον Γάλλο πρόεδρο κατά τη σύνοδο κορυφής της ΕΕ τον Ιούνιο. Το ερώτημα, όμως, είναι, τι θα περιλαμβάνει. Μέρκελ και Σολτς είναι εξαιρετικά επικριτικοί σε ορισμένες από τις προτάσεις του Γάλλου προέδρου και βλέπουν με σκεπτικισμό την πρότασή του για Ευρωπαίο υπουργό Οικονομικών. Αναλόγως σκεπτικοί είναι και με την πρότασή του να δημιουργηθεί ένας ειδικός προϋπολογισμός για την ευρωζώνη για την αντιστάθμιση των οικονομικών διακυμάνσεων εντός της.

Αλλά η μεγαλύτερη σύγκρουση είναι αυτή για το μέλλον της ευρωζώνης. Ένας συμβιβασμός θα ήταν να αναβαθμιστεί ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας, το ταμείο διάσωσης του ευρώ, ώστε να γίνει ένα είδος Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου. Ο πολιτικός υπολογισμός της γερμανικής καγκελαρίας και του υπουργείου Οικονομικών στο Βερολίνο είναι ότι ο οργανισμός αυτός θα μπορούσε να καθιερωθεί ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για τα δημόσια οικονομικά εντός της ευρωζώνης. Θα μπορούσε επίσης να διαδραματίσει σημαντικότερο ρόλο στη διάσωση των τραπεζών, όπως έχει κατά νου και ο Μακρόν.

Πράξη εξισορρόπησης

Εξάλλου η Μέρκελ βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα πρόβλημα εξισορρόπησης. Πρέπει να αποτρέψει μια κατάσταση αδιεξόδου στις επαφές με τον Μακρόν, που οδηγήσουν σε ένταση, και ταυτόχρονα πρέπει να προσέξει τις αντιδράσεις μέσα στις δικές της τάξεις. Πολλοί συντηρητικοί βουλευτές στο Βερολίνο βλέπουν τις δραστηριότητες του Γάλλου προέδρου με καχυποψία. «Δεν βλέπω κανένα απολύτως λόγο να μετατρέψω την προσωπική αίσθηση ευτυχίας του Μακρόν, σε πολιτικό μου πρόγραμμα», λέει ο Alexander Dobrindt, ο επικεφαλής της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του CSU στο γερμανικό κοινοβούλιο. Το CSU, το οποίο μοιράζεται την εξουσία με το CDU σε εθνικό επίπεδο, αγωνίστηκε πάντα με τις πολιτικές της Μέρκελ για την ΕΕ, αλλά τα τελευταία χρόνια, ο επικεφαλής του κόμματος CSU, Χορστ Σεεχόφερ, επέτρεψε σε μεγάλο βαθμό στην καγκελάριο να κάνει ό,τι θέλει σε αυτό το μέτωπο.

Με τον Σεεχόφερ να έχει παραχωρήσει μεγάλο μέρος της εξουσίας του στο CSU, στον Μάρκους Σόντερ, το κόμμα έχει γίνει αισθητά πιο επιθετικό στην πολιτική μεταρρύθμισης της ΕΕ και σίγουρα δεν θα συμφωνήσει σε τίποτα που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη θέση του στις βαυαρικές εκλογές τον Οκτώβριο. Ούτε η Μέρκελ μπορεί να βασιστεί εξ ολοκλήρου σε βουλευτές από το δικό της CDU. Μπορεί το πρόσφατο κομματικό κείμενο των Brinkhaus και Leikert για την ευρωπαϊκή πολιτική να παρουσιάζεται ως απλή καταγραφή θέσης, αλλά η πραγματικότητα είναι ότι περιείχε επίσης μια κρυφή απειλή για την καγκελάριο.

Το έγγραφο κάνει ειδική μνεία στο άρθρο 23 παράγραφος 3 του γερμανικού συντάγματος, σύμφωνα με το οποίο, το κοινοβούλιο πρέπει να έχει τη δυνατότητα να δηλώσει τη θέση του σε κάθε διαπραγμάτευση με την ΕΕ. Αυτό μπορεί να ακούγεται τεχνικό ζήτημα, αλλά στην πράξη έχει τεράστιες συνέπειες επειδή δένει τα χέρια της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις. Το γεγονός ότι βουλευτές από το κόμμα της καγκελαρίου απειλούν με κάτι τέτοιο είναι μάλλον ασυνήθιστο. Σε κάθε περίπτωση, έστειλε ένα σαφές μήνυμα. «Εκτός από τη βάση του κόμματος, η κοινοβουλευτική ομάδα κατέστησε επίσης σαφές ότι δεν είναι διατεθειμένη να αποδεχθεί απλώς τις κυβερνητικές πολιτικές», δήλωσε ένα ανώτερο μέλος της κοινοβουλευτικής ομάδας.

Είναι προφανές, πως και τις εντυπωσιακότερες ιδέες να έχει η Μέρκελ για το μέλλον της ΕΕ, με τέτοιες αντιδράσεις από το εσωτερικό, είναι πολύ πιθανό ότι δεν θα μπορούσε να τις εφαρμόσει τώρα. Κατά τη διάρκεια της θητείας της ως καγκελάριος, η Μέρκελ συνεργάστηκε με τέσσερις Γάλλους προέδρους, συμπεριλαμβανομένου του Μακρόν: Τον Ζακ Σιράκ, τον Νικολά Σαρκοζί και τον Φρανσουά Ολάντ. Κανένας από αυτούς δεν αποδείχθηκε ότι ήταν σοβαρός αντίπαλος για εκείνη. Αλλά τώρα ο Μακρόν φαίνεται να είναι ακριβώς αυτό.

Αντιθέσεις και συμμαχίες

Ο Μακρόν διέκρινε από νωρίς την δυναμική που δημιουργούσε η προεδρία Τραμπ, πάνω απ΄ όλα για τον εαυτό του. Ο Γάλλος πρόεδρος έχει καταφέρει να εμφανιστεί τόσο ως το αντίθετο του Τραμπ, όσο, ταυτόχρονα και ως πιο στενός του σύμμαχος. Στη σύνοδο κορυφής των G-7 ήταν η αρχή αυτής της ιδιότυπης φιλίας και λίγο καιρό μετά ο Μακρόν κάλεσε το προεδρικό ζευγάρι των ΗΠΑ να γιορτάσουν μαζί την μέρα της Βαστίλλης, με τις εικόνες οικειότητας και τα κοινά προεδρικά γεύματα μετά των πρώτων κυριών να κάνουν τον γύρο του κόσμου. Ο Τραμπ, με το γνωστό ύφος του που παραπέμπει σε γελαδάρηδες του αμερικανικού νότου δήλωσε πως ο Μακρόν είναι «ξύπνιος», «δυνατός» και «φίλος μου». Αυτή την εβδομάδα, ήταν η σειρά του Μακρόν να ταξιδέψει στην Ουάσινγκτον με πρόσκληση του Τραμπ.

Όμως, ενώ ο Τραμπ ξετυλίγει το κόκκινο χαλί για τον Μακρόν, το καλύτερο που μπορεί να περιμένει η Γερμανίδα καγκελάριος είναι μια επίσκεψη εργασίας μιας ημέρας. Δεν υπάρχει πλέον καμία αμφιβολία για το γεγονός ότι ο Τραμπ θεωρεί πως ο Μακρόν αποτελεί το βασικό του σημείο επαφής στην Ευρώπη. Δεν υπάρχει άλλος ηγέτης με τον οποίο να έχει μια τόσο στενή προσωπική σχέση. Η Μέρκελ, από την άλλη πλευρά, μέχρι στιγμής απέτυχε να χτίσει μια σταθερή και αξιόπιστη σχέση με τον Τραμπ. Η προσέγγιση του Μακρόν στον Αμερικανό πρόεδρο θυμίζει τη σχέση που είχε ο πρώην Γερμανός καγκελάριος Γκέρχαρντ Σρέντερ με τον Βλαντίμιρ Πούτιν: Χτίζει την επαφή του σε συναισθηματικό και προσωπικό επίπεδο, ώστε να μπορέσει αργότερα να μετατραπεί σε πολιτικό κεφάλαιο.

Η Μέρκελ δεν είχε ποτέ αυτή την ικανότητα. Μέχρι πρόσφατα, όμως, θεωρήθηκε ως η γυναίκα που μπορούσε να συγκρατήσει ισχυρούς πολιτικούς άνδρες, όπως ο Ερντογάν, ο Πούτιν και ο Τραμπ, με το αιχμηρό μυαλό της, την σοβαρή στάση της και την μη συναισθηματική προσέγγιση στην πολιτική. Αλλά τα συναισθήματα παίζουν επίσης ρόλο στην διεθνή πολιτική. Ο Τραμπ δεν έχει ξεχάσει πώς του μίλησε η Μέρκελ, συγχαίροντάς τον για την εκλογή του, όταν τον κάλεσε να μην ξεχάσει αξίες όπως η δημοκρατία, η ελευθερία και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Πλέον, για τον Τραμπ, φίλος του είναι ο Μακρόν, ενώ άφησε πίσω του την Μέρκελ… ως «δασκάλα». Η πυραυλική επίθεση στην Συρία, από την οποία απείχε η Γερμανία, έφερε τους δύο άνδρες ακόμα πιο κοντά. Οι σύμβουλοι του Μακρόν λένε ότι τηλεφωνεί σχεδόν καθημερινά στον Τραμπ. 

Γερμανική απουσία

Οι άσχημες σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Βερολίνου τεκμηριώνονται και από άλλες πλευρές. Κανείς στην Ουάσινγκτον δεν καταλαβαίνει τη γερμανική θέση για τις αεροπορικές επιδρομές στη Συρία. Το κενό μεταξύ λέξεων και πράξεων στην γερμανική εξωτερική πολιτική μοιάζει ιδιαίτερα ευρύ. Αυτό ήταν φανερό στις αντιφατικές δηλώσεις που έρχονταν από το Βερολίνο την επομένη της επίθεσης των δυτικών συμμάχων στη Συρία. Η Μέρκελ δήλωσε ότι η στρατιωτική δράση ήταν «απαραίτητη και κατάλληλη». Αλλά σε συνέντευξή του στο Spiegel, ο υπουργός Εξωτερικών Μάας εμφανίζεται απρόθυμος για εμπλοκή στην Συρία: «Σε αυτή τη σύγκρουση, αυτός δεν είναι ο ρόλος που εμείς, σε συνεννόηση με τους εταίρους μας, επιθυμούμε να παίξουμε», δήλωσε.

Ουσιαστικά, εκτιμά το Spiegel, αυτή η αντίφαση αντανακλά την απροθυμία της μεταπολεμικής Γερμανίας να παίρνει θέση. Μετά την επίθεση στη Συρία, όσοι συμμετείχαν στις αεροπορικές επιδρομές, δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον να ακούσουν για τις γερμανικές προσπάθειες διαμεσολάβησης και τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες. «Επί του παρόντος, η επιρροή μας έχει συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο», λέει ένα μέλος του υπουργικού συμβουλίου της Μέρκελ. Επιπλέον, η Μέρκελ και ο υπουργός Εξωτερικών της προφανώς δεν συμφωνούν εξ ολοκλήρου για το πώς πρέπει να δομηθεί η πολιτική διαδικασία στη Συρία. Ο Μάας θέλει να αποκλείσει τη δυνατότητα των διαπραγματεύσεων με τον ‘Ασαντ, αλλά η καγκελαρία είναι λιγότερο δογματική σχετικά με αυτό.

Μειούμενη επιρροή

Μετά την υπόθεση Σκριπάλ, ο Μακρόν και ο Τραμπ ήταν επίσης έτοιμοι πολύ γρήγορα στο να δημιουργήσουν μια κοινή θέση και πάλι όμως η γερμανική κυβέρνηση χρονοτριβούσε στο να λάβει μέτρα εναντίον της Μόσχας. Οντως, σαφείς αποδείξεις που να τεκμηριώνουν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι πίσω από την απόπειρα δολοφονίας κρύβεται η Μόσχα, δεν υπάρχουν, γράφει το Spiegel. Αλλά η βρετανική κυβέρνηση πίεσε τους συμμάχους της να δείξουν αλληλεγγύη και να κλιμακώσουν τις κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας. Εκείνη τη στιγμή ο Μακρόν πήρε το μέρος των Βρετανών, εναντίον της Γερμανίας. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές στο Βερολίνο, ο Μακρόν πρότεινε στους Βρετανούς και στους Αμερικανούς αυστηρές κυρώσεις χωρίς πρώτα να συζητήσει το ζήτημα με την Μέρκελ. Λέγεται ότι πρότεινε το κλείσιμο των ρωσικών διπλωματικών σημείων στη Γαλλία και απείλησε επίσης να το πράξει μόνος του αν οι Γερμανοί αρνούνταν. Τελικά, το Βερολίνο δεν είχε άλλη επιλογή παρά να προχωρήσει απελαύνοντας τέσσερις υπαλλήλους της Ρωσικής Πρεσβείας προκειμένου να αποφύγει την απομόνωση.

Αυτό το περιστατικό λαμβάνει ακόμη περισσότερες συμβολικές διαστάσεις, δεδομένου ότι η Ρωσία ήταν πάντα ο «τομέας» της Μέρκελ. Κατά τη διάρκεια της κρίσης στην Ουκρανία η καγκελάριος έφθασε στις μεγαλύτερες επιτυχίες της εξωτερικής πολιτικής της. Ποτέ νωρίτερα στη μεταπολεμική ιστορία, η Γερμανία δεν διαδραμάτισε τόσο σημαντικό ρόλο στην εξωτερική πολιτική, όσο στο Μινσκ τον Φεβρουάριο του 2015, με τις μάχες να μαίνονται στην ανατολική Ουκρανία. Η Μέρκελ μεσολάβησε μεταξύ Μόσχας και Κιέβου και εμπόδισε τον πόλεμο να εξαπλωθεί. Ήταν η εποχή που ο Ολάντ παρακολουθούσε την καγκελάριο να πρωταγωνιστεί στην διεθνή σκακιέρα.

Η Μέρκελ έπεισε τους Αμερικανούς να μην εξοπλίσουν την Ουκρανία και θεωρούνταν το μόνο πρόσωπο που είχε την ευκαιρία να συνομιλεί ανά πάσα στιγμή με τον Πούτιν. Τελικά, όμως, οι πολυάριθμες τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ της καγκελαρίου και του επικεφαλής του Κρεμλίνου δημιούργησαν μόνο την εικόνα της εγγύτητας. Στην πραγματικότητα, η Μέρκελ και ο Πούτιν δεν έχτισαν ποτέ μια σχέση εμπιστοσύνης. Έχουν περάσει χρόνια από τότε που ο Πούτιν ήρθε στην Γερμανία για επίσημη επίσκεψη. Η τελευταία φορά που η Μέρκελ βρέθηκε στην Μόσχα ήταν το 2015 για την 70η επέτειο από το τέλος του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου.

Το Βερολίνο πρέπει να υποστηρίξει τον Μακρόν

Κατά το Spiegel, ο Μακρόν πρέπει τελικά να λάβει απαντήσεις στις προτάσεις του για την ευρωζώνη. Και το Βερολίνο πρέπει να δείξει κάποια υποστήριξη για μεταρρυθμίσεις, όπως για παράδειγμα το Ευρωπαϊκό Νομισματικό Ταμείο. Αυτό δεν είναι δυνατό χωρίς να παραχωρηθεί περισσότερη κυριαρχία στις Βρυξέλλες. Ταυτόχρονα, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το Βερολίνο απομακρύνεται από τις αρχές που το καθοδήγησαν μέσω της κρίσης του ευρώ, δηλαδή ότι θα προσφέρει την οικονομική αλληλεγγύη του σε αντάλλαγμα για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Μια νέα προσπάθεια χρειάζεται και στην Ουκρανία και ο υπουργός Εξωτερικών Μάας έχει ήδη ανακοινώσει το σχέδιό του να την ξεκινήσει. Η χώρα στην «πίσω αυλή» της ΕΕ έχει πάνω από 40 εκατομμύρια κατοίκους και απειλείται με κατάρρευση. Η Γερμανία δεν μπορεί να την εγκαταλείψει, παρατηρεί το Spiegel. 

Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η Γερμανία πρέπει να απαντήσει στην ερώτηση: «Ποιοι είμαστε; Πού βρισκόμαστε στη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης;». Η Γερμανία είναι μέρος της Δύσης, αλλά θα μπορούσε επίσης να χρησιμοποιήσει τις ειδικές σχέσεις της με τη Ρωσία με τρόπους που θα απέτρεπαν την περαιτέρω κλιμάκωση της νέας σύγκρουσης Ανατολής – Δύσης. Ακόμη και αν είναι δύσκολο γι ‘αυτήν, η Γερμανίδα καγκελάριος πρέπει να δημιουργήσει καλύτερους δεσμούς με τον Τραμπ και να επανοικοδομήσει επαφές σε όλα τα επίπεδα. Ο Μακρόν έχει ήδη αποδείξει ότι είναι δυνατό να ασκήσει επιρροή στην Ουάσινγκτον. Είναι προς το συμφέρον της Γερμανίας να παραμείνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στη Συρία προκειμένου να προστατευθούν οι Κούρδοι από την τουρκική επίθεση, αλλά και να διασφαλιστεί ότι θα παραμείνει μια δυτική παρουσία, έτσι ώστε η έκβαση της κρίσης να μην μείνει εξ ολοκλήρου στα χέρια των Ρώσων, των Ιρανών και των Τούρκων.

Τέλος, σημειώνει το Spiegel, ακόμη και αν ήταν σωστό που δεν συμμετείχε η Γερμανία στην επίθεση στην Συρία, δεν θα μπορέσει, λόγω των πιέσεων, να συνεχίζει τη στρατιωτική αποχή μακροπρόθεσμα, ενώ στο τραπέζι βρίσκεται και το ζήτημα της στενότερης στρατιωτικής συνεργασίας στην Ευρώπη. Αυτή είναι μια άποψη που, παρεμπιπτόντως, μοιράζεται και προωθεί και ο Γάλλος πρόεδρος και η Γερμανία θα κληθεί αναπόφευκτα να διαδραματίσει πιο ενεργό ρόλο.

*Γάλλος πολιτικός στοχαστής και ιστορικός, ο πιο βαθυστόχαστος εκπρόσωπος του πολιτικού φιλελευθερισμού στην ηπειρωτική Ευρώπη το πρώτο μισό του 19oυ αιώνα. Γνωστός για τα έργα του Η Δημοκρατία στην Αμερική

**Συνθήκη με την οποία άνοιξε ο δρόμος για την παραχώρηση ελευθεριών και δικαιωμάτων στις θρησκευτικές μειονότητες

Απάντηση