Το νέο γερμανικό ζήτημα -Τι θα συμβεί όταν η Ευρώπη αρχίσει να διαλύεται;

Η Γερμανία κατέστη και πάλι η κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη. Η κεντρική Ευρώπη έγινε η αλυσίδα εφοδιασμού της Γερμανίας και ουσιαστικά μέρος της «ευρύτερης γερμανικής οικονομίας», μια υλοποίηση της Mitteleuropa του εικοστού πρώτου αιώνα. Η υπόλοιπη Ευρώπη έγινε η εξαγωγική αγορά της Γερμανίας.

Πολλοί έχουν θρηνήσει το σκοτεινό μονοπάτι στο οποίο βρίσκονται σήμερα η Ευρώπη και η διατλαντική σχέση, αλλά δεν έχει υπάρξει μεγάλη συζήτηση για το πού οδηγεί αυτό το μονοπάτι. Η ευρωπαϊκή αδυναμία και διαίρεση, μια στρατηγική «αποσύνδεση» από τις Ηνωμένες Πολιτείες, το ξέφτισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το «μετά την Ευρώπη», «το τέλος της Ευρώπης» -αυτά είναι τα ζοφερά σενάρια, αλλά υπάρχει μια ευχάριστη ασάφεια σε αυτά. Υπονοούν αποτυχημένα όνειρα, όχι εφιάλτες. Ωστόσο, η αποτυχία του ευρωπαϊκού σχεδίου, αν συμβεί, θα μπορούσε να γίνει ένας εφιάλτης, και όχι μόνο για την Ευρώπη. Θα επιστρέψει, μεταξύ άλλων, αυτό που ήταν γνωστό ως «το γερμανικό ζήτημα».

Το γερμανικό ζήτημα παρήγαγε την σημερινή Ευρώπη, καθώς και την διατλαντική σχέση των τελευταίων επτά δεκαετιών. Η ενοποίηση της Γερμανίας το 1871 δημιούργησε ένα νέο έθνος στην καρδιά της Ευρώπης που ήταν υπερβολικά μεγάλο, πολυπληθές, πολύ πλούσιο και πολύ ισχυρό για να αντισταθμιστεί αποτελεσματικά από τις άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένου του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η καταστροφή της ευρωπαϊκής ισορροπίας ισχύος βοήθησε στην παραγωγή δύο παγκοσμίων πολέμων και έφερε πάνω από δέκα εκατομμύρια στρατιώτες των ΗΠΑ από τον Ατλαντικό για να πολεμήσουν και να πεθάνουν σε αυτούς τους πολέμους. Οι Αμερικανοί και οι Ευρωπαίοι ίδρυσαν το ΝΑΤΟ μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τουλάχιστον εξίσου για να διευθετήσουν το γερμανικό πρόβλημα όσο και για να ανταποκριθούν στην σοβιετική πρόκληση, ένα γεγονός που τώρα έχει ξεχαστεί από τους σημερινούς ρεαλιστές -να «κρατήσει την Σοβιετική Ένωση εκτός, τους Αμερικανούς εντός, και τους Γερμανούς κάτω», όπως το έθεσε ο Λόρδος Ismay, ο πρώτος γενικός γραμματέας της συμμαχίας.

Αυτός ήταν επίσης ο σκοπός της σειράς των ενοποιητικών ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, ξεκινώντας από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα, που τελικά έγινε η Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως το έθεσε ο διπλωμάτης George Kennan, κάποια μορφή ευρωπαϊκής ενοποίησης ήταν «η μόνη κατανοητή λύση για το πρόβλημα της σχέσης της Γερμανίας με την υπόλοιπη Ευρώπη» και αυτή η ενοποίηση θα μπορούσε να συμβεί μόνο υπό την ομπρέλα μιας δέσμευσης ασφάλειας από τις ΗΠΑ.

Και λειτούργησε. Σήμερα, είναι αδύνατο να φανταστεί κανείς την Γερμανία να επιστρέφει σε οποιαδήποτε εκδοχή του περίπλοκου παρελθόντος της. Οι Γερμανοί έχουν γίνει αναμφισβήτητα ο πιο φιλελεύθερος και ειρηνικός λαός στον κόσμο, η επιλογή του καθενός για να αναλάβουν το τώρα τον μη διεκδικούμενο μανδύα του «ηγέτη του ελεύθερου κόσμου». Πολλοί και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού θέλουν να δουν περισσότερη θεληματικότητα από την Γερμανία, όχι λιγότερη, στην παγκόσμια οικονομία, στην διπλωματία, ακόμη και στρατιωτικά. Όπως σημείωσε το 2011 ο Radoslaw Sikorski, τότε υπουργός Εξωτερικών της Πολωνίας, «φοβάμαι την γερμανική ισχύ λιγότερο από ό, τι αρχίζω να φοβάμαι την γερμανική αδράνεια». Είναι ένα αξιοσημείωτο πράγμα για να το πει ένας Πολωνός ηγέτης, και στηρίχθηκε στην ευρέως διαδεδομένη υπόθεση ότι αυτό που οι Γερμανοί έχουν κάνει με το να μεταμορφώσουν τον εαυτό τους δεν γίνεται ποτέ να ανατραπεί.

Είναι αυτά αληθή; Είναι αυτή η μόνη αντιληπτή Γερμανία; Με την τάξη που έκανε την σημερινή Γερμανία ισχυρή να βρίσκεται τώρα υπό επίθεση, [μια επίθεση] που συμπεριλαμβάνει και τις Ηνωμένες Πολιτείες, ο κόσμος πρόκειται να μάθει. Η ιστορία υπονοεί ότι μπορεί να μην του αρέσει η απάντηση.

ΔΡΑΠΕΤΕΥΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Ως ιστορικό θέμα, η Γερμανία, σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα ως έθνος, υπήρξε ένας από τους πιο απρόβλεπτους και ασυνεπείς παίκτες στην διεθνή σκηνή. Πέτυχε την ενοποίηση μέσω μιας σειράς πολέμων στις δεκαετίες του 1860 και του 1870. Ο Otto von Bismarck στην συνέχεια την σφυρηλάτησε σε έθνος, με «αίμα και ατσάλι», όπως το έθεσε, μετατρέποντάς το στην ειρηνική «χορτάτη δύναμη» των επόμενων δύο δεκαετιών. Στην συνέχεια, από το 1890 με τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, υπό τον Κάιζερ Βίλχελμ Β’, έγινε η φιλόδοξη γερμανική αυτοκρατορία, με όνειρα για την Mitteleuropa, μια γερμανική σφαίρα επιρροής που να εκτείνεται μέχρι την Ρωσία -και οράματα, σύμφωνα με τα λόγια του Bernhard von Bülow, ο οποίος ήταν τότε υπουργός Εξωτερικών της Γερμανίας, για μια «θέση στον ήλιο».

Μετά τον πόλεμο, η Γερμανία έγινε η προσεκτική ρεβιζιονιστική δύναμη των ετών της Βαϊμάρης, μόνο για να αναδειχθεί ως κατακτητής της Ευρώπης υπό τον Χίτλερ την δεκαετία του 1930 και στην συνέχεια να καταρρεύσει σε ένα νικημένο, διαιρεμένο κράτος. Ακόμη και κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η Δυτική Γερμανία ταλαντευόταν ανάμεσα στον φιλοδυτικό ιδεαλισμό του καγκελάριου Konrad Adenauer και στην ρεαλιστική Ostpolitik του καγκελαρίου Willy Brandt. Η εγχώρια πολιτική της χώρας δεν ήταν λιγότερο ταραχώδης και απρόβλεπτη, τουλάχιστον μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1940. Οι μελετητές έχουν από καιρό προβληματιστεί για την γερμανική Sonderweg (ιδιαιτερότητα), το μοναδικό και προβληματικό μονοπάτι που πήρε το έθνος προς την σύγχρονη δημοκρατία, μέσω της αποτυχημένης φιλελεύθερης επανάστασης, της κληρονομικής μοναρχίας, του αυταρχισμού, της εύθραυστης δημοκρατίας και του ολοκληρωτισμού, όλα στις πρώτες επτά δεκαετίες της ύπαρξής του.

Αυτή η ταραγμένη ιστορία, όμως, ήταν προϊόν όχι μόνο του γερμανικού χαρακτήρα. Οι περιστάσεις έπαιξαν μεγάλο ρόλο, συμπεριλαμβανομένης της απλής γεωγραφίας. Η Γερμανία ήταν ένα ισχυρό έθνος στο κέντρο μιας διαμφισβητούμενης ηπείρου, πλαισιωμένο στα ανατολικά και στα δυτικά από μεγάλες και φοβερές δυνάμεις και επομένως πάντα σε κίνδυνο ενός διμέτωπου πολέμου. Η Γερμανία σπάνια αισθανόταν ασφαλής, και όταν όντως προσπάθησε να επιδιώξει την ασφάλεια αυξάνοντας την ισχύ της, μόνο επιτάχυνε την δική της περικύκλωση. Οι εσωτερικές πολιτικές της Γερμανίας επηρεάζονταν επίσης συνεχώς από τα κύματα του αυταρχισμού, της δημοκρατίας, του φασισμού και του κομμουνισμού που σάρωναν μπρος-πίσω ολόκληρη την Ευρώπη. Ο μυθιστοριογράφος Thomas Mann πρότεινε κάποτε ότι το ζήτημα δεν ήταν τόσο εθνικού χαρακτήρα, αλλά και εξωτερικών γεγονότων. «Δεν υπάρχουν δύο Γερμανίες, μια καλή και μια κακή», έγραψε. «Η κακή Γερμανία είναι απλώς η καλή Γερμανία που παραστράτησε, η καλή Γερμανία σε ατυχία, σε ενοχή, και ερείπια».

Η δημοκρατική και φιλειρηνική Γερμανία που όλοι γνωρίζουν και αγαπούν σήμερα, μεγάλωσε στις ιδιαίτερες συνθήκες της υπό την ηγεσία των ΗΠΑ φιλελεύθερης διεθνούς τάξης που καθιερώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Γερμανοί μεταμόρφωσαν τον εαυτό τους κατά την διάρκεια των μεταπολεμικών δεκαετιών, αλλά υπήρχαν τέσσερις πτυχές αυτής της τάξης, ειδικότερα, που παρείχαν τις πλέον ευνοϊκές συνθήκες στις οποίες η εξέλιξη αυτή πραγματοποιήθηκε.

Η πρώτη ήταν η δέσμευση των ΗΠΑ για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. Αυτή η εγγύηση έθεσε τέλος στον φαύλο κύκλο που αποσταθεροποίησε την Ευρώπη και παρήγαγε τρεις μεγάλους πολέμους σε επτά δεκαετίες (αρχίζοντας από τον Γαλλο-Πρωσικό πόλεμο του 1870-71). Με το να προστατεύουν την Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τους άλλους γείτονες της Δυτικής Γερμανίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέτρεψαν σε όλους να καλωσορίσουν τη μεταπολεμική ανάκαμψη της Δυτικής Γερμανίας και να επανεντάξουν πλήρως τους Γερμανούς στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία. Η δέσμευση επίσης εξάλειψε την ανάγκη δαπανηρών συσσωρεύσεων όπλων από όλες τις πλευρές, επιτρέποντας έτσι σε όλες τις ευρωπαϊκές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της Δυτικής Γερμανίας, να επικεντρωθούν περισσότερο στην ενίσχυση της ευημερίας και της κοινωνικής ευζωίας των πολιτών τους, γεγονός που με την σειρά του παρήγαγε πολύ μεγαλύτερη πολιτική σταθερότητα. Η Δυτική Γερμανία έπρεπε να εγκαταλείψει τις φυσιολογικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες της, ανταλλάσσοντάς τις με γεωοικονομικές φιλοδοξίες, αλλά δεν ήταν παράλογο να πιστεύουμε ότι αυτό ήταν περισσότερο μια χάρη παρά ένας περιορισμός. Όπως το έθεσε ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, James Byrnes, το 1946, «η ελευθερία από τον μιλιταρισμό» θα έδινε στους Γερμανούς την ευκαιρία «να κατευθύνουν την μεγάλη ενεργητικότητα και τις σπουδαίες ικανότητές τους σε έργα ειρήνης».

Το δεύτερο στοιχείο της νέας τάξης ήταν το φιλελεύθερο, ελεύθερου εμπορίου διεθνές οικονομικό σύστημα που καθιέρωσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Η γερμανική οικονομία βασιζόταν πάντα στις εξαγωγές, και τον 19ο αιώνα ο ανταγωνισμός για τις ξένες αγορές αποτελούσε μια κινητήρια δύναμη πίσω από τον γερμανικό επεκτατισμό. Στη νέα παγκόσμια οικονομία, μια μη μιλιταριστική Δυτική Γερμανία θα μπορούσε να ανθίσει χωρίς να απειλεί άλλους. Αντιθέτως, το οικονομικό θαύμα της Δυτικής Γερμανίας της δεκαετίας του 1950 έκανε την χώρα κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας οικονομικής ανάπτυξης και μια άγκυρα ευημερίας και δημοκρατικής σταθερότητας στην Ευρώπη.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες όχι μόνο ανέχθηκαν την οικονομική επιτυχία της Δυτικής Γερμανίας και της υπόλοιπης Δυτικής Ευρώπης, αλλά και την καλωσόρισαν, ακόμα και όταν επήλθε εις βάρος της αμερικανικής βιομηχανίας. Από το 1950 έως το 1970, η βιομηχανική παραγωγή στην Δυτική Ευρώπη επεκτεινόταν με μέσο ρυθμό 7,1% ετησίως, το συνολικό ΑΕΠ αυξανόταν κατά 5,5% ετησίως και το κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 4,4% ετησίως, υπερβαίνοντας την ανάπτυξη των ΗΠΑ την ίδια περίοδο. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960, τόσο η Δυτική Γερμανία όσο και η Ιαπωνία είχαν βγει μπροστά από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε ορισμένες βασικές βιομηχανίες, από τα αυτοκίνητα έως τα χαλυβουργεία και έως τα ηλεκτρονικά είδη ευρείας κατανάλωσης. Οι Αμερικανοί αποδέχτηκαν αυτόν τον ανταγωνισμό όχι επειδή ήταν ασυνήθιστα ανιδιοτελείς, αλλά επειδή θεώρησαν τις υγιείς ευρωπαϊκές και ιαπωνικές οικονομίες ως ζωτικούς πυλώνες του σταθερού κόσμου που επιζητούσαν να υποστηρίξουν. Το μεγάλο μάθημα του πρώτου μισού του εικοστού αιώνα ήταν ότι ο οικονομικός εθνικισμός ήταν αποσταθεροποιητικός. Τόσο το παγκόσμιο σύστημα ελεύθερου εμπορίου όσο και οργανισμοί όπως η Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα και η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα σχεδιάστηκαν για να τον ελέγχουν.

Μια επίδραση αυτού του ευνοϊκού περιβάλλοντος ήταν ότι η Δυτική Γερμανία παρέμεινε ριζωμένη στην φιλελεύθερη Δύση. Αν και μερικοί κορυφαίοι Γερμανοί υποστήριζαν την υιοθέτηση μιας πιο ανεξάρτητης στάσης κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, είτε ως γέφυρα μεταξύ Ανατολής και Δύσης είτε ως ουδέτερης χώρας, τα οφέλη που απέκτησαν οι Δυτικογερμανοί από την ενσωμάτωση στην υπό την κυριαρχία των Αμερικανών τάξη τούς κράτησαν σταθερά ριζωμένους σε αυτήν. Οι πειρασμοί να ακολουθήσουν μια κανονική, ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική μετριάστηκαν όχι μόνο από οικονομικό συμφέρον, αλλά και από το σχετικά πράο περιβάλλον στο οποίο οι Δυτικογερμανοί θα μπορούσαν να ζήσουν την ζωή τους, τόσο διαφορετικό από αυτό που είχαν γνωρίσει στο παρελθόν.

Υπήρξε επίσης ένα ιδεολογικό συστατικό. Η γερμανική οικονομική επιτυχία σε μια καλοπροαίρετη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη ενίσχυσε την γερμανική δημοκρατία. Δεν ήταν ένα προφανές συμπέρασμα ότι η δημοκρατία θα αποκτούσε βαθιές ρίζες στο γερμανικό έδαφος, ακόμα και μετά την καταστροφή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Βεβαίως, κανείς στα τέλη της δεκαετίας του 1930 δεν θα είχε θεωρήσει την Γερμανία ως ότι βρίσκεται στην πορεία προς την φιλελεύθερη δημοκρατία. Ακόμα και κατά την διάρκεια της Βαϊμάρης, μόνο μια μειοψηφία Γερμανών αισθανόταν βαθιά προσήλωση στα δημοκρατικά κόμματα και τους θεσμούς της εύθραυστης δημοκρατίας. Διαλύθηκαν εύκολα το 1930, με την ανακήρυξη μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ακόμη και πριν από την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία τρία χρόνια αργότερα. Ούτε υπήρξε μεγάλη αντίσταση στη ναζιστική κυριαρχία κατά την διάρκεια του πολέμου, παρά μόνο στους τελευταίους μήνες. Η καταστροφική ήττα και η ταλαιπωρία και η ταπείνωση που ακολούθησαν, έβλαψαν την φήμη του αυταρχισμού και του μιλιταρισμού, αλλά αυτό δεν μεταφράστηκε απαραίτητα στην υποστήριξη της δημοκρατικής κυβέρνησης. Η κατοχή των ΗΠΑ απέκλεισε την επιστροφή στον αυταρχισμό και τον μιλιταρισμό, αλλά δεν υπήρχε καμία εγγύηση ότι οι Γερμανοί θα αγκάλιαζαν αυτό που φαινόταν σε πολλούς ως η επιβολή ενός κατακτητή.

Ωστόσο, το έκαναν, και το περιβάλλον είχε πολλά να κάνει με αυτό. Στην κατεχόμενη από την Σοβιετική Ένωση, Ανατολική Γερμανία, ο ναζισμός έδωσε την θέση του απλώς σε μια διαφορετική μορφή ολοκληρωτισμού. Αλλά η Δυτική Γερμανία από την δεκαετία του 1960 ήταν βαθιά ενσωματωμένη στον φιλελεύθερο κόσμο, απολαμβάνοντας την ασφάλεια και την ευημερία μιας αποστρατιωτικοποιημένης κοινωνίας, και η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών της έγιναν δημοκράτες τόσο πνευματικά όσο και σε μορφή.

Την Δυτική Γερμανία την βοήθησε ότι ζούσε σε μια Ευρώπη και έναν κόσμο όπου η δημοκρατία φάνηκε να είναι ο δρόμος του μέλλοντος, ειδικά από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μετά. Αυτός ήταν ο τρίτος βασικός παράγοντας που βοήθησε την Γερμανία να αγκιστρωθεί στην φιλελεύθερη τάξη. Το ευρωπαϊκό και παγκόσμιο περιβάλλον ήταν πολύ διαφορετικό από εκείνο στο οποίο η δημοκρατία της Βαϊμάρης είχε αποτύχει, ο ναζισμός είχε ανθίσει, και η Γερμανία είχε ξεκινήσει μια πορεία επιθετικότητας. Στην δεκαετία του 1930, η ευρωπαϊκή δημοκρατία ήταν ένα είδος που απειλείτο με εξαφάνιση˙ ο φασισμός ήταν ανερχόμενος παντού και φάνηκε να είναι ένα αποδοτικότερο και αποτελεσματικότερο μοντέλο κυβέρνησης και κοινωνίας. Στη μεταπολεμική εποχή, αντίθετα, η αυξανόμενη δύναμη και ευημερία των δημοκρατιών όχι μόνο παρείχε αμοιβαία ενίσχυση, αλλά παρήγαγε επίσης μια αίσθηση κοινών ευρωπαϊκών και διατλαντικών αξιών -κάτι που δεν υπήρχε πριν από το 1945.

Αυτό το αίσθημα έφθασε σε πλήρη άνθιση μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου το 1989 και την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 1993. Η έκρηξη της δημοκρατίας σε ολόκληρη την ήπειρο, η ιδέα μιας Ευρώπης «ολοκληρωμένης και ελεύθερης», όπως το έθεσε ο Αμερικανός πρόεδρος George HW Bush, συνέβαλε στην δημιουργία μιας νέας ευρωπαϊκής ταυτότητας που οι Γερμανοί μπορούσαν να αγκαλιάσουν. Και το έκαναν, με σημαντική θυσία στην ανεξαρτησία τους. Η ομαδοποίηση της κυριαρχίας που συνεπαγόταν η ιδιότητα του μέλους του νέου πανευρωπαϊκού θεσμού, ιδίως η αντικατάσταση του γερμανικού μάρκου με το ευρώ, και ο περαιτέρω περιορισμός που επέβαλε στην γερμανική ανεξαρτησία η ένταξη στο ΝΑΤΟ, δύσκολα θα είχαν την δυνατότητα να συμβούν εάν οι Γερμανοί δεν αισθάνονταν δεσμευμένοι με κοινά ιδανικά με την υπόλοιπη Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Αυτή η νέα Ευρώπη ήταν, μεταξύ άλλων, μια απάντηση στον εθνικισμό και τον φυλετισμό που συνέβαλε τόσο πολύ στους πολέμους και τις φρικαλεότητες του παρελθόντος της ηπείρου. Το τέταρτο στοιχείο της νέας τάξης που επέτρεψε στην Γερμανία να ξεφύγει από το παρελθόν της και να συμβάλει στην ειρήνη και την σταθερότητα της Ευρώπης ήταν η καταστολή των εθνικιστικών παθών και φιλοδοξιών από διακρατικούς θεσμούς όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ. Αυτά εμπόδισαν την επιστροφή των παλαιών ανταγωνισμών στους οποίους η Γερμανία ήταν ανέκαθεν πρωταγωνίστρια. Ο γερμανικός εθνικισμός δύσκολα ήταν ο μόνος ευρωπαϊκός εθνικισμός που φαινόταν ιστορικά αδιαχώριστος από τον αντισημιτισμό και άλλες μορφές φυλετικού μίσους, αλλά κανένας άλλος εθνικισμός δεν έπαιξε τόσο καταστρεπτικό ρόλο στο αιματηρό παρελθόν της Ευρώπης. Μια Ευρώπη στην οποία ο εθνικισμός είχε κατασταλεί ήταν μια Ευρώπη στην οποία ο γερμανικός εθνικισμός είχε κατασταλεί. Ο ηγετικός ρόλος της Γερμανίας στην ενθάρρυνση αυτού του κοινού ευρωπαϊκού, αντιεθνικιστικού οράματος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην δημιουργία αμοιβαίας εμπιστοσύνης στην ήπειρο.

Αυτά τα τέσσερα στοιχεία -η εγγύηση ασφάλειας των ΗΠΑ, το διεθνές καθεστώς ελεύθερου εμπορίου, το δημοκρατικό κύμα και η καταστολή του εθνικισμού- κράτησαν όλα μαζί το παλιό γερμανικό ζήτημα θαμμένο βαθιά μέσα στο έδαφος. Δεν υπήρχε τίποτα αναπόφευκτο γι’ αυτά, όμως, και δεν είναι απαραιτήτως μόνιμα. Αντικατοπτρίζουν μια ορισμένη διαμόρφωση ισχύος στον κόσμο, μια παγκόσμια ισορροπία στην οποία οι φιλελεύθερες δημοκρατίες ήταν ανερχόμενες και οι στρατηγικοί αγώνες του παρελθόντος έχουν κατασταλεί από την κυρίαρχη φιλελεύθερη υπερδύναμη. Ήταν μια ασυνήθιστη σειρά περιστάσεων, ανώμαλη και ανιστορική. Και το ίδιο ήταν και ο ρόλος της Γερμανίας σε αυτήν.

ΕΝΑ ΚΑΝΟΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ

Ακόμη και πριν αρχίσει να ξηλώνεται αυτή η φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη, ήταν πάντοτε ένα ερώτημα το πόσο καιρό θα ήταν διατεθειμένη η Γερμανία να παραμείνει ένα μη ομαλό έθνος, αρνούμενο από τον εαυτό του τις κανονικές γεωπολιτικές φιλοδοξίες, τα κανονικά εγωιστικά συμφέροντα και την κανονική εθνικιστική υπερηφάνεια. Ένα παρόμοιο ερώτημα υπήρξε κεντρικό επί χρόνια και για την Ιαπωνία, την άλλη δύναμη της οποίας το πεπρωμένο μεταμορφώθηκε με την ήττα στον πόλεμο και στην συνέχεια με την ανάσταση στην κυριαρχούμενη από τις ΗΠΑ φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη. Πολλοί Ιάπωνες έχουν κουραστεί να ζητούν συγνώμη για το παρελθόν τους, έχουν κουραστεί από την καταστολή της εθνικιστικής υπερηφάνειάς τους, έχουν κουραστεί να υποτάσσουν την ανεξαρτησία της εξωτερικής πολιτικής τους. Στην Ιαπωνία, ίσως το μόνο πράγμα που κρατά υπό έλεγχο αυτή την επιθυμία για ομαλότητα ήταν η συνεχιζόμενη στρατηγική εξάρτηση της χώρας από τις Ηνωμένες Πολιτείες για να την βοηθήσουν να αντιμετωπίσει την πρόκληση μιας ανερχόμενης Κίνας. Για πόσο καιρό θα περιορίζει η Ιαπωνία τις εθνικιστικές της ορμές, αν η αμερικανική υποστήριξη γίνει αναξιόπιστη;

Διαφημιστική καταχώρηση
Διαφημιστική καταχώρηση

Οι Γερμανοί βρέθηκαν στην αντίθετη κατάσταση. Με κάποιες εξαιρέσεις στα άκρα, οι Γερμανοί παραμένουν πολύ συνειδητοί για το παρελθόν τους, επιφυλακτικοί στο να αναστήσουν οποιαδήποτε υπόνοια εθνικισμού, και περισσότερο από πρόθυμοι να ανεχθούν όρια στην ανεξαρτησία τους –ακόμα κι αν άλλοι τους παροτρύνουν να ηγηθούν. Την ίδια στιγμή, αντίθετα με την Ιαπωνία, η Γερμανία από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου δεν χρειαζόταν την προστασία των Ηνωμένων Πολιτειών. Η δέσμευση των Γερμανών έναντι του ΝΑΤΟ τα τελευταία χρόνια δεν ήταν θέμα στρατηγικής αναγκαιότητας˙ αντί γι’ αυτό, πρόκειται μάλλον για την συνεχιζόμενη επιθυμία τους να παραμείνουν με καθόλου απειλητικό τρόπο αγκυροβολημένοι στην Ευρώπη. Έχουν επιδιώξει να καθησυχάζουν τους γείτονές τους, αλλά ίσως ακόμη περισσότερο, θέλουν να καθησυχάζουν τους εαυτούς τους. Εξακολουθούν να έχουν φόβους για παλιούς δαίμονες και να βρίσκουν κάποια ανακούφιση στους περιορισμούς που έχουν αποδεχθεί οικειοθελώς.

Ωστόσο, τα δεσμά που είναι εθελοντικά αποδεκτά μπορούν επίσης να απορριφθούν. Καθώς οι γενιές περνούν, οι δαίμονες ξεχνιούνται και οι περιορισμοί ενοχλούν. Πόσος καιρός θα περάσει πριν οι νέες γενιές των Γερμανών αναζητήσουν τίποτα περισσότερο από μια επιστροφή στην κανονικότητα;

Κατά την διάρκεια των τελευταίων 25 ετών του περασμένου αιώνα, οι γείτονες της Γερμανίας, και οι ίδιοι οι Γερμανοί, παρακολούθησαν προσεκτικά για τυχόν σημάδια μιας τέτοιας αλλαγής στην γερμανική στάση. Η ανησυχία με την οποία οι Βρετανοί και οι Γάλλοι χαιρέτισαν την γερμανική επανένωση το 1990 έδειξαν ότι, τουλάχιστον στα μάτια τους, ακόμη και 45 χρόνια μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, το γερμανικό ζήτημα δεν είχε πλήρως τελειώσει. Αυτή η ανησυχία μετριάστηκε όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες επιβεβαίωσαν εκ νέου την δέσμευσή τους για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ακόμη και όταν η σοβιετική απειλή εξαφανίστηκε και η επανενωμένη Γερμανία συμφώνησε να παραμείνει μέλος του ΝΑΤΟ. Αποδυναμώθηκε περαιτέρω όταν η Γερμανία δεσμεύθηκε στο να είναι μέλος της νέας Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ευρωζώνης.

Ακόμη και σε αυτό το καλόπιστο περιβάλλον, δεν υπήρξε καμία αποφυγή της επιστροφής στο γερμανικό ζήτημα, τουλάχιστον στην οικονομική του διάσταση. Όπως ανέφερε ο μελετητής Hans Kundnani στην ανάλυσή του το 2015, «Το Παράδοξο της Γερμανικής Ισχύος» (The Paradox of German Power), η παλιά ανισορροπία που αποσταθεροποίησε την Ευρώπη μετά την ενοποίηση της Γερμανίας το 1871 επέστρεψε μετά την επανένωση της Γερμανίας και την ίδρυση της ευρωζώνης. Η Γερμανία κατέστη και πάλι η κυρίαρχη δύναμη στην Ευρώπη. Η κεντρική Ευρώπη έγινε η αλυσίδα εφοδιασμού της Γερμανίας και ουσιαστικά μέρος της «ευρύτερης γερμανικής οικονομίας», μια υλοποίηση της Mitteleuropa του εικοστού πρώτου αιώνα. Η υπόλοιπη Ευρώπη έγινε η εξαγωγική αγορά της Γερμανίας.

Όταν χτύπησε η κρίση της ευρωζώνης το 2009, δημιουργήθηκε ένας νέος φαύλος κύκλος. Η οικονομική κυριαρχία της Γερμανίας τής επέτρεψε να επιβάλει τις προτιμώμενες από αυτήν πολιτικές κατά του χρέους στην υπόλοιπη Ευρώπη, καθιστώντας το Βερολίνο στόχο του θυμού μεταξύ Ελλήνων, Ιταλών και άλλων, οι οποίοι κάποτε κατηγορούσαν την γραφειοκρατία της ΕΕ στις Βρυξέλλες για τις κακουχίες τους. Οι Γερμανοί ήταν επίσης θυμωμένοι, μη θέλοντας να χρηματοδοτήσουν τους σπάταλους τρόπους άλλων ανθρώπων. Έξω από την Γερμανία, υπήρχαν συζητήσεις για ένα αντι-γερμανικό «κοινό μέτωπο» και μέσα στην Γερμανία υπήρξε μια αίσθηση θυματοποίησης και μια αναβίωση παλιών φόβων περικύκλωσης από τις «αδύναμες οικονομίες». Όπως πρότεινε ο Kundnani, ήταν μια «γεωοικονομική εκδοχή των συγκρούσεων στην Ευρώπη που ακολούθησαν την ενοποίηση του 1871».

Αλλά τουλάχιστον ήταν μόνο οικονομική. Οι διαμάχες ήταν μεταξύ συμμάχων και εταίρων, όλων δημοκρατιών, όλες μέρος του κοινού ευρωπαϊκού σχεδίου. Ως γεωπολιτικό ζήτημα, επομένως, η κατάσταση ήταν «καλοήθης» -ή έτσι θα μπορούσε να φαίνεται ακόμα τον Ιανουάριο του 2015, όταν ο Kundnani δημοσίευσε το βιβλίο του.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, υπάρχουν λιγότερες αιτίες για καθησυχασμό. Τα πράγματα άλλαξαν και πάλι. Κάθε ένα από τα τέσσερα στοιχεία της μεταπολεμικής τάξης που συγκρατούσαν το γερμανικό ζήτημα βρίσκεται τώρα στον αέρα. Ο εθνικισμός αυξάνεται σε ολόκληρη την Ευρώπη˙ η δημοκρατία υποχωρεί σε ορισμένα μέρη της ηπείρου και βρίσκεται υπό πίεση παντού˙ το διεθνές καθεστώς ελεύθερου εμπορίου βρίσκεται υπό επίθεση, κυρίως από τις Ηνωμένες Πολιτείες˙ και η αμερικανική εγγύηση ασφάλειας έχει αμφισβητηθεί από τον ίδιο τον πρόεδρο των ΗΠΑ. Δεδομένης της ιστορίας της Ευρώπης και της Γερμανίας, μπορούν οι μεταβαλλόμενες συνθήκες να μην οδηγήσουν για άλλη μια φορά στη μεταβολή της συμπεριφοράς των Ευρωπαίων, συμπεριλαμβανομένων των Γερμανών;

ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΤΑΞΗ

Εάν η σημερινή Γερμανία είναι προϊόν της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης, είναι καιρός να σκεφτούμε το τι μπορεί να συμβεί όταν ξηλωθεί η τάξη. Δείτε την Ευρώπη στην οποία ζουν τώρα οι Γερμανοί. Στα ανατολικά τους, οι δημοκρατικές κυβερνήσεις της Τσεχικής Δημοκρατίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Σλοβακίας έχουν εισέλθει σε διαφορετικά στάδια διολίσθησης στον αντιφιλελευθερισμό (illiberalism) και στον αυταρχισμό. Στα νότια, η Ιταλία κυβερνάται από εθνικιστικά και λαϊκίστικα κινήματα με μια αμφισβητήσιμη δέσμευση στον φιλελευθερισμό και ακόμη λιγότερη υπακοή στην οικονομική πειθαρχία της ευρωζώνης. Στα δυτικά, μια ολοένα και πιο ταραγμένη και δυσαρεστημένη Γαλλία βρίσκεται μια εκλογική διαδικασία μακριά από μια εθνικιστική εκλογική νίκη που θα χτυπήσει την Ευρώπη σαν σεισμός. Θα βάλει επίσης ένα τελευταίο καρφί στο φέρετρο της γαλλογερμανικής συνεργασίας γύρω από την οποία χτίστηκε η ευρωπαϊκή ειρήνη πριν 70 χρόνια.

Στην συνέχεια, υπάρχει η αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρώπη. Το 2016, καθώς η ψηφοφορία για το Brexit πλησίαζε, ο πρωθυπουργός David Cameron αναρωτήθηκε: «Μπορούμε να είμαστε τόσο σίγουροι ότι η ειρήνη και η σταθερότητα στην ήπειρό μας είναι εξασφαλισμένες πέρα από κάθε σκιά αμφιβολίας;» Ήταν το σωστό ερώτημα, γιατί το Brexit θα συμβάλει πράγματι στην αποσταθεροποίηση της Ευρώπης, επιδεινώνοντας την ανισορροπία της ισχύος και αφήνοντας μόνη της μια ήδη εξασθενημένη Γαλλία να αντιμετωπίσει μια ισχυρή αλλά όλο και πιο απομονωμένη Γερμανία. Είναι επίσης άλλη μια νίκη για τον εθνικισμό, άλλο ένα χτύπημα στα θεσμικά όργανα που δημιουργήθηκαν για να αντιμετωπίσουν το γερμανικό ζήτημα και για να κρατήσουν την Γερμανία αγκυροβολημένη στον φιλελεύθερο κόσμο.

Τα επόμενα χρόνια, οι Γερμανοί μπορεί να βρεθούν να ζουν σε μια ευρέως επανεθνικοποιημένη Ευρώπη, με τα κόμματα του ενός ή του άλλου τύπου του «αίμα και χώμα» να είναι υπεύθυνα για όλες τις μεγάλες δυνάμεις. Θα μπορούσαν οι Γερμανοί υπό αυτές τις συνθήκες να αντισταθούν στην επιστροφή σε έναν δικό τους εθνικισμό; Δεν θα αντιμετώπιζαν οι Γερμανοί πολιτικοί πιέσεις, ακόμα περισσότερο απ’ όσο ήδη κάνουν, να προσέξουν τα γερμανικά συμφέροντα σε μια Ευρώπη και σε έναν κόσμο όπου όλοι οι άλλοι σίγουρα προσέχουν τα δικά τους; Ακόμη και σήμερα, ένα δεξιό εθνικιστικό κόμμα, το Εναλλακτική για την Γερμανία (AfD), κατέχει τον τρίτο μεγαλύτερο αριθμό εδρών στην Bundestag. Το κόμμα καθοδηγείται από ιδεολόγους που έχουν κουραστεί από την Schuldkult (λατρεία της ενοχής) και κατηγορούν για την εισροή αλλοδαπών Γερμανούς πολιτικούς τους οποίους αποκαλούν, όπως έπραξε ένας ηγέτης του κόμματος, «μαριονέτες των δυνάμεων των νικητών του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου». Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τον οποίο ένα κόμμα που ασπάζεται μια πιο επικρατούσα, λιγότερο επιθετική εκδοχή τέτοιων αισθημάτων να μην βρει τον δρόμο του προς την εξουσία κάποια στιγμή. Όπως έχει παρατηρήσει ο ιστορικός Timothy Garton Ash, έχει ήδη ξεκινήσει ένας «πολιτισμικός αγώνας για το μέλλον της Γερμανίας».

Ούτε μπορεί κανείς να υποθέσει ότι σε έναν κόσμο με αυξανόμενο πολιτικό και οικονομικό εθνικισμό, οι ευρωπαϊκές χώρες θα συνεχίσουν να αποθαρρύνουν την στρατιωτική ισχύ ως ένα εργαλείο διεθνούς επιρροής. Ακόμη και σήμερα, οι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν ότι το μεταμοντέρνο πείραμα της μετάβασης πέρα από την στρατιωτική ισχύ τούς άφησε αφοπλισμένους σε έναν κόσμο που ποτέ δεν μοιράστηκε την αισιόδοξη, καντιανή οπτική τους. Οι Ευρωπαίοι εξακολουθούν να προσκολλώνται στην ελπίδα ότι η παγκόσμια ασφάλεια θα διατηρηθεί σε μεγάλο βαθμό χωρίς αυτούς, και ότι θα μπορούν να αποφύγουν τις οδυνηρές επιλογές που θα πρέπει να κάνουν όταν γίνουν υπεύθυνοι για την δική τους υπεράσπιση. Όμως, δεν είναι ρεαλιστικό να φανταστεί κανείς ότι ποτέ δεν θα αναγκαστούν [να βαδίσουν] προς αυτή την κατεύθυνση.

Πριν από δεκαπέντε χρόνια, οι περισσότεροι Ευρωπαίοι ήταν άνετοι να παίζουν την Αφροδίτη στον Άρη των Ηνωμένων Πολιτειών, και να επικρίνουν τους Αμερικανούς για την αρχαϊκή εξάρτησή τους από την σκληρή ισχύ. Αλλά η Ευρώπη ήταν σε θέση να γίνει η Αφροδίτη χάρη στις ιστορικές συνθήκες –αν μη τι άλλο, χάρη στην σχετικά ειρηνική φιλελεύθερη τάξη που δημιούργησε και υποστήριξε η Αμερική. Με την Ρωσία πιο πρόθυμη να χρησιμοποιήσει βία για την επίτευξη των στόχων της και τις Ηνωμένες Πολιτείες να υποχωρούν από τις διεθνείς δεσμεύσεις τους, ο κόσμος αυτός εξαφανίζεται. Βάζοντας στην άκρη την πιθανότητα ότι η ανθρώπινη φύση μπορεί να μεταμορφωθεί μόνιμα, δεν υπάρχει τίποτα που να εμποδίζει τους Ευρωπαίους από το να επιστρέψουν στην πολιτική ισχύος που κυριάρχησε στην ήπειρό τους επί χιλιετίες. Και αν η υπόλοιπη Ευρώπη καταλήξει να ακολουθήσει αυτό το μονοπάτι, θα είναι δύσκολο ακόμη και η πιο φιλελεύθερη Γερμανία να μην συμμετάσχει –έστω και μόνο για αυτοάμυνα.

Υπήρχε πάντα κάτι ειρωνικό σχετικά με το αμερικανικό παράπονο ότι οι Ευρωπαίοι δεν δαπανούν αρκετά για την άμυνα. Δεν το κάνουν επειδή ο κόσμος φαίνεται σχετικά ειρηνικός και ασφαλής σε αυτούς. Όταν ο κόσμος δεν θα είναι πλέον ειρηνικός και ασφαλής, πιθανώς θα επανεξοπλιστούν, αλλά όχι με τρόπους που θα ωφελήσουν τους Αμερικανούς.

Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ ΠΟΥ ΕΤΟΙΜΑΖΕΤΑΙ

Εάν κάποιος επινοούσε μια φόρμουλα για να οδηγήσει την Ευρώπη και την Γερμανία πίσω σε κάποια νέα εκδοχή του παρελθόντος τους, δύσκολα θα μπορούσε να κάνει καλύτερη δουλειά από ό, τι κάνει τώρα ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Donald Trump. Αληθινά εχθρική προς την ΕΕ, η διοίκηση Trump ενθαρρύνει την επανεθνικοποίηση της Ευρώπης, όπως έκανε ο υπουργός Εξωτερικών, Μάικ Πομπέο, στις Βρυξέλλες στα τέλη του 2018, όταν έκανε μια ομιλία διαλαλώντας τις αρετές του εθνικού κράτους. Στον ευρωπαϊκό αγώνα που έβαλε φιλελεύθερους εναντίον αυταρχικών και διεθνιστές εναντίον εθνικιστών, η διοίκηση Trump έδωσε βάρος υπέρ των δύο δεύτερων ομάδων. Έχει επικρίνει τους ηγέτες της ευρωπαϊκής κεντροδεξιάς και κεντροαριστεράς, από την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ μέχρι τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν και την Βρετανίδα πρωθυπουργό Τερέζα Μέι, ενώ αγκαλιάζει τους ηγέτες της λαϊκιστικής αντιφιλελεύθερης δεξιάς από τον Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία μέχρι την Marine Le Pen στην Γαλλία, τον Matteo Salvini στην Ιταλία και τον Jaroslaw Kaczynski στην Πολωνία. Ήταν στην Γερμανία, από όλα τα μέρη, όπου ο πρέσβυς των ΗΠΑ, Richard Grenell, εξέφρασε σε συνέντευξή του την επιθυμία να «ενισχύσει» τους «συντηρητικούς» της Ευρώπης, με την οποία δεν εννοούσε το παραδοσιακό γερμανικό κεντροδεξιό κόμμα της Μέρκελ.

Εκτός από το να ενθαρρύνει τον δεξιό εθνικισμό και την διάλυση πανευρωπαϊκών θεσμών, η κυβέρνηση του Trump στρέφεται κατά του παγκόσμιου καθεστώτος ελεύθερου εμπορίου που υποβαστάζει την ευρωπαϊκή και την γερμανική πολιτική σταθερότητα. Ο ίδιος ο πρόεδρος έχει επικεντρωθεί ειδικά στην Γερμανία, διαμαρτυρόμενος για το μεγάλο εμπορικό πλεόνασμά της και απείλησε με έναν δασμολογικό πόλεμο κατά των γερμανικών αυτοκινήτων πέραν των δασμών που έχουν ήδη επιβληθεί στον ευρωπαϊκό χάλυβα και αλουμίνιο. Φανταστείτε ποιες θα είναι οι συνέπειες μιας ακόμα μεγαλύτερης πίεσης και σύγκρουσης: Η ύφεση στην γερμανική οικονομία και, μαζί με αυτήν, η επιστροφή του δυσάρεστου εθνικισμού και της πολιτικής αστάθειας.

Τώρα φανταστείτε ότι η Ελλάδα, η Ιταλία και άλλες αδύναμες ευρωπαϊκές οικονομίες κλονίζονται και χρειάζονται περαιτέρω γερμανικά προγράμματα διάσωσης που ενδεχομένως να μην έρχονται. Το αποτέλεσμα θα ήταν η επανεμφάνιση του οικονομικού εθνικισμού και των πικρών διαιρέσεων του παρελθόντος. Προσθέστε σε αυτό τις αυξανόμενες αμφιβολίες σχετικά με την εγγύηση ασφάλειας των ΗΠΑ που ο Trump διόγκωσε σκόπιμα, μαζί με τα αιτήματά του για αυξημένες αμυντικές δαπάνες στην Γερμανία και την υπόλοιπη Ευρώπη. Η αμερικανική πολιτική φαίνεται να στρέφεται στην δημιουργία της τέλειας ευρωπαϊκής καταιγίδας.

Ποιος μπορεί να πει εάν αυτή η καταιγίδα θα ξεσπάσει σε πέντε χρόνια ή δέκα ή 20; Αλλά τα πράγματα αλλάζουν γρήγορα. Το 1925, η Γερμανία ήταν μια αφοπλισμένη, λειτουργική, αν και ασταθής, δημοκρατία, και συνεργάστηκε με τους γείτονές της για να δημιουργήσει μια σταθερή ειρήνη. Οι Γάλλοι και Γερμανοί ηγέτες κατέληξαν σε ένα ιστορικό σύμφωνο στο Λοκάρνο της Ελβετίας. Η οικονομία των ΗΠΑ βρυχάτο, και η παγκόσμια οικονομία ήταν σε σχετικά καλή υγεία, ή έτσι φαινόταν. Μια δεκαετία αργότερα, η Ευρώπη και ο κόσμος κατέβαιναν στην κόλαση.

Σήμερα, ίσως όντως ο γερμανικός λαός και οι γείτονές του στην Ευρώπη να μπορούν να υπολογίζονται για να σώσουν τον κόσμο από αυτήν την μοίρα. Ίσως οι Γερμανοί να έχουν μεταμορφωθεί για πάντα, και τίποτα να μην μπορεί να ανατρέψει ή να μεταβάλει αυτήν τη μεταμόρφωση, ούτε καν η καταστροφή της Ευρώπης γύρω τους. Αλλά ίσως ακόμη και αυτοί οι φιλελεύθεροι και ειρηνικοί Γερμανοί να μην έχουν ανοσία απέναντι στις μεγαλύτερες δυνάμεις που διαμορφώνουν την ιστορία και επί των οποίων έχουν λίγο έλεγχο. Και έτσι δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς πόσο καιρό θα διαρκέσει η ηρεμία εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες και ο κόσμος συνεχίσουν την τρέχουσα πορεία τους.

Σε όλη την Γερμανία, εξακολουθούν να υπάρχουν χιλιάδες ενεργές βόμβες που είχαν ριχτεί από τους Συμμάχους κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Μια εξερράγη στο Göttingen πριν από λίγα χρόνια, σκοτώνοντας τους τρεις άνδρες που προσπαθούσαν να την εξουδετερώσουν.

Σκεφτείτε την Ευρώπη σήμερα ως μια βόμβα που δεν έχει εκραγεί, με τον πυροκροτητή της άθικτο και λειτουργικό, και τα εκρηκτικά της να εξακολουθούν να είναι ενεργά. Αν αυτό είναι μια ικανή αναλογία, τότε ο Trump είναι ένα παιδί με ένα σφυρί, που χαρούμενα και απερίσκεπτα σφυροκοπά. Τι θα μπορούσε να πάει στραβά;

Ο ROBERT KAGAN είναι ανώτερος συνεργάτης στην έδρα Stephen και Barbara Friedman στο Brookings Institution και ο συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο The Jungle Grows Back: America and Our Imperiled World

foreignaffairs

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.