Πώς η καύση των φακέλων αδυνάτισε την ιστορική μας μνήμη

 

Το 1989 ήταν μια χρονιά ορόσημο. Πτώση του τείχους του Βερολίνου και κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ. Η Ελλάδα βράζει με τα σκάνδαλα «Κοσκοτά» και «υποκλοπών» να κλονίζουν  συθέμελα το πολιτικό σύστημα. Η κυβέρνηση «ειδικού σκοπού» Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού (ΚΚΕ και ΕΑΡ) με πρωθυπουργό τον Τζαννή Τζαννετάκη, στις 29 Αυγούστου του 1989, έριξε στην πυρά της Χαλυβουργικής περίπου 17.500.000 φακέλους κοινωνικών φρονημάτων. Η απόφαση αυτή δικαιολογήθηκε ως μία δράση στο πλαίσιο μιας προσπάθειας παγίωσης της εθνικής συμφιλίωσης, παρά τις αντιδράσεις από αγωνιστές, ιστορικούς, επιστήμονες αλλά και το ΠΑΣΟΚ που ήταν τότε στην αντιπολίτευση. Την ίδια εποχή, στην υπόλοιπη Ευρώπη συνέβαινε ακριβώς το αντίθετο. Άνοιγαν αρχεία όπως τα αρχεία της Στάζι στην Ανατολική Γερμανία. Από την πυρά γλίτωσαν  μόνο 2.100-2.500 φάκελοι, όσων κρίθηκαν ηγετικά στελέχη από το ΚΚΕ και την Αριστερά. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ το 2016 ανακοινώνει πως  είναι έτοιμη να επιτρέψει την άρση του απορρήτου για τους εναπομείναντες φακέλους και υπό προϋποθέσεις να δώσει δυνατότητα πρόσβασης σε συγγενείς και ιστορικούς.

Διαπιστώνεται πως αρκετοί από αυτούς είχαν συλληφθεί προκειμένου να αφαιρεθούν ονόματα πληροφοριοδοτών όπως η περίπτωση των φακέλων Πλουμπίδη και Φλωράκη. Οι φάκελοι παραβιάστηκαν «είτε για να καλύψουν πληροφοριοδότες και σπιούνους του καθεστώτος είτε ορισμένοι άλλοι για να εξωραΐσουν την ιστορική μνήμη της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου (1963-1965)» γράφει ο Χρ. Θεοχαράτος αργότερα.

Τριάντα χρόνια μετά, κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι μαζί με τους φακέλους κάηκε και το τραυματικό μας παρελθόν, αφού τα εμφύλια πάθη αναζωπυρώνονται. «Ο ελληνικός 20ός αιώνας ήταν γεμάτος πληγές, τραύματα μιας δύσκολης εποχής. Για άλλα μιλήσαμε, για άλλα δεν αντέξαμε, άλλα τα κρύψαμε κάτω από το χαλί, αλλά μας άφησαν σημάδια που μένουν ακόμη μέσα μας και έξω μας.» λέει στο tvxs.gr ο ιστορικός Βαγγέλης Καραμανωλάκης και συγγραφέας του  βιβλίου «Ανεπιθύμητο παρελθόν. Οι φάκελοι κοινωνικών φρονημάτων στον 20ό αιώνα και η καταστροφή τους».

Γιατί οι εκπρόσωποι της αριστεράς στην κυβέρνηση Τζανετάκη συμφώνησαν στην καύση των ατομικών φακέλων κοινωνικών φρονημάτων σε μια περίοδο ιδιαίτερα φορτισμένη; Επίσης ήταν μία κυβέρνηση «ειδικού σκοπού», γιατί να επιφορτιστεί με αυτή την απόφαση;

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Τυπικά η καύση των φακέλων συνδέθηκε με την αναγνώριση του πολέμου 1946-1949 ως εμφυλίου και την καταστροφή των υλικών αρνητικών κληρονομιών από ένα δύσκολο παρελθόν. Οι φάκελοι κάηκαν στο όνομα της «εθνικής συμφιλίωσης», από μια κυβέρνηση που όπως λέτε είχε συγκροτηθεί για «ειδικό σκοπό», την τιμωρία των υπαιτίων για το σκάνδαλο Κοσκωτά, αλλά δεν έπαυε να είναι και η πρώτη συνεργασία Δεξιάς-Αριστεράς στον 20ό αιώνα. Η εθνική συμφιλίωση ως στόχος δικαιολογούσε ακόμη περισσότερο τη συγκρότηση της πρωτόγνωρης αυτής συμμαχίας,  ενώ παράλληλα στρίμωχνε το «πληγωμένο» λόγω σκανδάλων και ασθένειας Ανδρέα Παπανδρέου, ΠΑΣΟΚ. Η καταστροφή των φακέλων ως μια αποφασιστική χειρονομία των δυο μεγάλων παρατάξεων που συνδέονταν ιστορικά με αυτούς, αναδείκνυε τον ηγεμονικό τους ρόλο στην πολιτική ζωή.

Υπογραμμίζετε και στο βιβλίο σας ότι η Ελλάδα, στο τέλος του Ψυχρού Πολέμου, έγινε η πρώτη και μόνη διεθνώς χώρα που προχώρησε στην καταστροφή αυτής της σκοτεινής κληρονομιάς ενός αυταρχικού παρελθόντος. Τι σημαίνει αυτό για τους πολίτες, για τη συλλογική μας μνήμη;

Η καύση ήταν αποτέλεσμα μιας πολιτικής απόφασης με σκοπό όχι να καταστρέψει τη συλλογική μνήμη αλλά να την επανοργανώσει. Η ελληνική κοινωνία προτίμησε την ώρα που πια μπορούσε να δεχθεί την τραυματικότητα ενός παρελθόντος, αντί να το μελετήσει, να το απωθήσει, να καταστρέψει τις πιο αιχμηρές πλευρές του. Δεν άντεχε τη διαπραγμάτευσή του, έλπιζε σε μια υπέρβαση που θα γινόταν χωρίς να χρειαστεί να ανοίξει ξανά τις πληγές. Είναι προφανές ότι δεν τα κατάφερε. Βοήθησε η καύση των φακέλων σε κάτι όσον αφορά την επούλωση των τραυμάτων ή την υπέρβαση της διχασμένης μνήμης;  Θα απαντούσα σίγουρα αρνητικά.

Για τους ιστορικούς τι σημαίνει αυτό και ποια ήταν τότε η αντίδραση της πανεπιστημιακής κοινότητας;

Για τους ιστορικούς η καταστροφή όλων αυτών των τεκμηρίων αποτέλεσε και αποτελεί μια τεράστια απώλεια, ένα δυσαναπλήρωτο κενό για την κατανόηση της ιστορίας, την ανίχνευση και μελέτη  πληροφοριών, μηχανισμών, νοοτροπιών, συναισθημάτων, μιας τεράστιας τοιχογραφίας του ελληνικού 20ού αιώνα. Στο σύνολό της η ιστορική κοινότητα αντέδρασε το 1989, ανάμεσά τους ορισμένοι απο τους πιο σημαντικούς Έλληνες ιστορικούς, σημειώνω τους Φίλιππο Ηλιού, Σπύρο Ασδραχά και Λέανδρο Βρανούση που δεν είναι πια μαζί μας. Η αντίδρασή τους δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, υπήρξε μια πλήρη αδιαφορία για τα επιχειρήματά τους.

Οι φάκελοι κάηκαν στο όνομα της «εθνικής συμφιλίωσης». Ωστόσο η καύση δεν απέτρεψε το γεγονός της αναζωπύρωσης εμφύλιων παθών και το είδαμε σχεδόν 30 χρόνια μετά, από τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης έως σήμερα με αφορμή το Μακεδονικό και άλλα ζητήματα. Τελικά υπήρξε το οποιοδήποτε όφελος κατά τη γνώμη σας από την πράξη αυτή; Ή για να το θέσω αλλιώς, εκτός από τους διώκτες, υπήρξαν άλλοι που ανακουφίστηκαν;

Ήταν πολλοί και όχι μόνο οι διώκτες που ανακουφίστηκαν. Ήταν οι χιλιάδες άνθρωποι που φοβόντουσαν τι μπορεί να περιείχαν οι φάκελοι τους –πόσο φοβίζει το άγνωστο!-, αλλά και εκείνοι που πίστευαν ότι θα μπορούσαν να ξαναχρησιμοποιηθούν. Μα η ανάκληση της ιστορίας, ξέρετε, δεν συνδέεται μόνο με τα τεκμήρια. Συνδέεται κυρίως με την πρόθεση των ανθρώπων, της εξουσίας, να χρησιμοποιήσει το παρελθόν για τις δικές της ανάγκες. Ποιός θα φανταζόταν, από τη δική μου τουλάχιστον γενιά, ότι σήμερα θα συζητούσαμε σοβαρά για τα «καλά» που έκανε η δικτατορία; Τι να σου κάνουν και τα καημένα τα τεκμήρια!

Γλίτωσαν την πυρά μόνο 2.100-2.500 φάκελοι, όσων κρίθηκαν ηγετικά στελέχη από το ΚΚΕ και την Αριστερά και έχετε πει σχετικά πως «δεν πρόκειται να αλλάξουν την ελληνική Ιστορία, να μας προσφέρουν άλλο φως για να την ξαναδιαβάσουμε. Το πολύ-πολύ να μας προσφέρουν καινούργια στοιχεία». Τι έχει προκύψει από την ανάγνωσή τους μετά την απόφαση της προηγούμενης κυβέρνησης να επιτρέψει την άρση του απορρήτου για τους εναπομείναντες φακέλους;

Τι μας έχουν προσφέρει αυτοί οι λίγοι φάκελοι σε σχέση με τους υπόλοιπους που καταστράφηκαν; Καταρχάς με την καταστροφή χάσαμε τη δυνατότητα να προχωρήσουμε σε μεγάλες συνθέσεις με στοιχεία που θα αφορούσαν εκατομμύρια πολίτες. Αυτό που έμεινε μας βοηθάει να προσθέτουμε στοιχεία στα βιογραφικά ορισμένων προσώπων, αλλά κυρίως να καταλάβουμε τους μηχανισμούς ασφαλείας και τις «κρεατομηχανές» από τις οποίες πέρασαν εκατομμύρια άνθρωποι για δεκάδες χρόνια.

Στο πλαίσιο της πόλωσης των τελευταίων χρόνων έχουμε ακούσει προτάσεις όπως την κατάργηση του εορτασμού της 17ης Νοεμβρίου από γνωστή συγγραφέα. Στον δημόσιο λόγο δεν είναι λίγες οι προκλητικές δηλώσεις ακόμα και υπουργών που θυμίζουν σκοτεινές εποχές. Πως φτάσαμε εδώ; Φταίει το ότι κρύψαμε κάτω από το χαλί τις πληγές μας  για πολλά χρόνια, το ότι δεν γνωρίζουμε πως να τις επουλώσουμε ή δεν επουλώνονται τελικά κάποιες πληγές;

Η ιστορία δεν είναι μια ευθύγραμμη διαδικασία που μας οδηγεί κάπου, όπως ούτε και οι ζωές μας. Εννοώ είναι μια διαδρομή γεμάτη στροφές, επιστροφές, ανακλήσεις. H  ένταση των όσων  έχουν συμβεί τον τελευταίο καιρό δημιούργησε ένα νέο ορόσημο, τη στιγμή της κρίσης. Είναι ένα ορόσημο εξαιρετικά ισχυρό, καταλυτικό, θα έλεγα, εξαιτίας του οποίου τα παλαιότερα ορόσημα που έχουν προταθεί χάνουν τη συμβολική τους σημασία ή γίνονται σταθμοί μιας πορείας που οδηγεί στον τελικό προορισμό. Εάν στη δεκαετία του 2000 οι επιτυχίες του εκσυγχρονισμού, όπως η είσοδος στην ΟΝΕ, έδιναν θετικό πρόσημο στην πρόσφατη ιστορική διαδρομή, τα όσα ζούμε σήμερα είναι σαφές ότι δίνουν αναδρομικά μια αρνητική διάσταση στα όσα έχουν συμβεί. Η χούντα θεωρείται η αρχή μιας περιόδου παρακμής, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και η Μεταπολίτευση που οδήγησε στην οικονομική κρίση. Πρόκειται για μια βαθιά ανιστορική ματιά που μελετά τα πράγματα εκτός της εποχής και του συγκεκριμένου πολιτικού και κοινωνικού πλαισίου στο οποίο συνέβησαν, ένας λόγος με ισχυρά ηθικά και όχι ιστορικά προτάγματα. Το που βρισκόμαστε σήμερα είναι αποτέλεσμα μιας πολιτικής διαδικασίας όπου η γνώση και η χρήση του παρελθόντος διαπλέκονται με συγκεκριμένα διακυβεύματα και με στάσεις. Η αναφορά στην ιστορία δεν μπορεί και δεν είναι ποτέ «αθώα» ή «ουδέτερη», συνδέεται με τις παροντικές ανάγκες και τους σχεδιασμούς.

Από την άλλη κλείνουν ποτέ οι πληγές; Δύσκολο να το πεις. Ο ελληνικός 20ός αιώνας ήταν γεμάτος πληγές, τραύματα μιας δύσκολης εποχής. Για άλλα μιλήσαμε, για άλλα δεν αντέξαμε, άλλα τα κρύψαμε κάτω από το χαλί, αλλά μας άφησαν σημάδια που μένουν ακόμη μέσα μας και έξω μας. Δεν είναι λίγα όσα πέτυχε η ελληνική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια, δεν είναι ανάγκη να αυτομαστιγωνόμαστε, ούτε να χρησιμοποιούμε έναν ισοπεδωτικό λόγο καταγγελίας. Αν έχουμε κάτι ανάγκη είναι να μιλάμε για όλα αυτά, να τα ξανασυζητούμε με τον τρόπο που τους πρέπει, με νηφαλιότητα και τεκμηριωμένα, και όχι με δήθεν ριζοσπαστικές και ρηξικέλευθες προτάσεις που εν τέλει κρύβουν την παρανάγνωση και την απαξίωση της βιωμένης εμπειρίας.

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.