Φάκελος Κύπρου: Οι Χουντικοί γνώριζαν για την εισβολή και έκαναν διακοπές

Γιώργος Στάμκος

Οι αποκαλύψεις που προέρχονται από την πρόσφατη δημοσιοποίηση του “Φακέλου Κύπρου” και ειδικά από τον πρώτο τόμο των Πορισμάτων της επιτροπής της Ελληνικής Βουλής (Φεβρ. 1986 – Μαρτ. 1988) επιβεβαιώνουν τους πραγματικούς υπευθύνους αυτής της μεγάλης εθνικής τραγωδίας. Μια σειρά από τραγικά λάθη, παραλείψεις και προδοσίες από τη Χούντα των Συνταγματαρχών, με κυριότερα την ανάκληση της Ελληνικής Μεραρχίας Κύπρου (Δεκ.1967- Ιαν.1968) και το πραξικόπημα κατά του εκλεγμένου προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρχιεπισκόπου Μακάριου, στις 15 Ιουλίου 1974, αποδυνάμωσαν σε τραγικό βαθμό την άμυνα της μεγαλονήσου, δημιούργησαν εμφυλιοπολεμικές καταστάσεις ρίχνοντας το ηθικό των αμυνόμενων, και παρείχαν την αφορμή και τη δικαιολογία που αναζητούσε επί χρόνια η Τουρκία για να εισβάλει στην Κύπρο.

Η Χούντα των Συνταγματαρχών, αφού διέπραξε στις 21 Απριλίου 1967 το ύψιστο έγκλημα της εσχάτης προδοσίας, καταλύοντας το δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα και καταστέλλοντας τις ελευθερίες του ελληνικού λαού, θέλησε, επτά χρόνια αργότερα, να εξαγάγει αυτό το εγκληματικό της “ταλέντο” και στην Κύπρο, με το οργανωμένο από αυτήν πραξικόπημα κατά του Μακαρίου (15 Ιουλίου 1974). Τελικά, το μόνο που κατόρθωσε, ήταν να αποδιοργανώσει εντελώς την άμυνα της μεγαλονήσου και να προσφέρει στην Τουρκία την πολυπόθητη ευκαιρία που περίμενε τόσα χρόνια για να εισβάλει και να καταλάβει το βόρειο τμήμα της Κύπρου, με τις επιχειρήσεις “Αττίλας Ι” και “Αττίλας ΙΙ”.

«Ήξεραν για την εισβολή αλλά εφησύχαζαν στα θερέτρα τους!»

Η στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας κατά της Κύπρου -γνωστή και ως επιχείρηση “Αττίλας Ι”-  ξεκίνησε στις 5.20΄ το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974 με ταυτόχρονη ρίψη αλεξιπτωτιστών και απόβαση (“αποβίβαση”, όπως την αποκαλούσαν οι Χουντικοί για να της προσδώσουν μια επίφαση νομιμότητας) τουρκικών στρατευμάτων ανατολικά της Κυρήνειας στο βόρειο τμήμα της μεγαλονήσου. Δεν υπήρχε αιφνιδιασμός. Ήταν γνωστό άλλωστε από τα προηγούμενα έτη πως “η 39η Μεραρχία της Τουρκίας –που ήταν αποδεσμευμένη από το ΝΑΤΟ και αποτελούσε τμήμα του Εθνικού Στρατού της Τουρκίας– ήταν από την εποχή της συγκρότησής της προσανατολισμένη για την Κύπρο… Η Μεραρχία αυτή είχε σαν στόχο την Κύπρο… Παρακολουθούσαμε επί 5χρόνια τις κινήσεις της Μεραρχίας και ξέρουμε πολλές λεπτομέρειες”. Σύμφωνα μάλιστα με τον ταξίαρχο Μιχαήλ Γεωργίτση, “η πρώτη πληροφορία που είχαμε πάρει από την ΚΥΠ ήταν ότι στις 18 του μηνός στη Μερσίνα γίνεται προετοιμασία για απόβαση. (…) Εγώ τη διεβίβασα στο Αρχηγείο των Ενόπλων Δυνάμεων και μας είπανε ‘μην ανησυχείτε δεν πρόκειται περί αποβάσεως, αλλά περί ασκήσεως ΝΑΤΟ’”.

Δεν υπήρξε λοιπόν αιφνιδιασμός, αλλά παραπλάνηση και ανόητος εφησυχασμός. Μετά το πραξικόπημα της 15η Ιουλίου 1974 όλοι στην Κύπρο θεωρούσαν πιθανή την επέμβαση των Τούρκων και μόνον οι Χουντικοί εθελοτυφλούσαν λέγοντας πως “υπήρχε κάλυψις”, εννοώντας από την πλευρά των ΗΠΑ. Το ενδεχόμενο εισβολής αυξανόταν μέρα με την ημέρα κι ενώ η τουρκική επέμβαση γινόταν πραγματικότητα οι εντολές από το Ανώτατο Επιτελείο ήταν, τουλάχιστον μέχρι τα μεσάνυχτα της 19ης Ιουλίου, στερεότυπες: “Μην προβαίνετε σε επιστράτευση. Μην κάνετε κινήσεις που μπορούν να αποτελέσουν αφορμή επέμβασης από μέρους των Τούρκων. Αυτοσυγκράτηση”.

Η χουντική διοίκηση του Γενικού Επιτελείου Εθνικής Φρουράς (ΓΕΕΦ), σύμφωνα με το πόρισμα της Βουλής για τον “Φάκελο Κύπρου”, αποδείχθηκε πλήρως ανίκανη να ανταποκριθεί στις στοιχειώδεις ανάγκες αυτής της κρίσιμης στιγμής, όπως αποδεικνύεται από τη μη έκδοση συγκεκριμένων διαταγών, την αδυναμία άσκησης αποτελεσματικού επιχειρησιακού ελέγχου, την πλήρη σύγχυση για το τι έπρεπε να γίνει, την έλλειψη ηθικού σε όλα τα κλιμάκια Διοίκησης και λόγω του αντι-μακαριακού πραξικοπήματος που είχε προηγηθεί.

Επίσης αποδείχθηκε η μηδενική επαγγελματική ικανότητα των στρατιωτικών στελεχών, πλην ορισμένων εξαιρέσεων, και η πλήρης αποδιοργάνωση διατάξεων μάχης και στο σύνολο των μονάδων Εθνοφρουράς. Κοντολογίς οι Τούρκοι δεν ήρθαν για να εισβάλουν σε μια καλά οργανωμένη αμυντικά Κύπρο, αλλά απλώς έπρεπε να γκρεμίσουν μια “χαλασμένη πόρτα” και να εισέλθουν στη, καταρρακωμένη από τις ενέργειες των Χουντικών, μεγαλόνησο χωρίς να αντιμετωπίσουν σοβαρή αντίσταση. Η μόνη άξια λόγου στρατιωτική αμυντική ενέργεια, που έλαβε χώρα στην κρίσιμη αυτή χρονική περίοδο, ήταν η κίνηση των τριών Μοιρών καταδρομών προς την κατεύθυνση των στενών της Αγύρτας, που είχε κύρια αποστολή να αποκόψει τη μόνη κατεύθυνση συνένωσης των δυνάμεων εισβολής, οι οποίες αποβιβάζονταν, με τις δυνάμεις των Τουρκοκυπρίων της περιοχής Πενταδακτύλου Λευκωσίας.

Κι ενώ η τουρκική απόβαση βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη το ΓΕΕΦ δεν διέταζε πυρ κατά των εισβολέων, αλλά συνιστούσε “αυτοσυγκράτηση”. Στο σημείο αυτό το πόρισμα της Βουλής για τον “Φάκελο Κύπρου” είναι καταπέλτης: “Στα πλαίσια του ΑΤΤΙΛΑ Ι η ‘ηγεσία’ του συνόλου των Ελληνικών Ενόπλων δυνάμεων (…) κατά το πενθήμερο 15.7.1974 έως 19.7.1974, που όλα έδειχναν ότι θα γίνονταν Τουρκική εισβολή στην Κύπρο, εφησύχαζε στα θέρετρά της (σ.σ.!) και δεν λάβαινε κανένα μέτρο για την αντιμετώπιση επικείμενου κινδύνου. Παρέλειψε έτσι να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της χώρας μας και απέναντι στην Κύπρο, έστω αυτές τις λίγες που προέβλεπε το σχέδιο Κ”. Τελικά μόλις τις 8.40΄ το πρωί -δηλαδή 3 ώρες και 20 λεπτά μετά την απόβαση!- της 20ής Ιουλίου διατάχθηκε η εφαρμογή των σχεδίων άμυνας (το περίφημο “Σχέδιο Κ”) και μάλιστα όχι από το Διοικητή του, αλλά τηλεφωνικώς, από τον Υποστράτηγο Χανιώτη που υπηρετούσε ως αρχηγός του Α’ κλάδου στο ΑΕΔ. Η στρατιωτική εμπλοκή είχε ξεκινήσει…

“Σχέδιο Κ”: Τα αεροσκάφη δεν πέταξαν, τα υποβρύχια δεν απέπλευσαν…

Ανάμεσα στα άλλα το “Σχέδιο Κ” προέβλεπε επιθετική συνδρομή στην άμυνα της Κύπρου και μιας Μοίρας 20 πολεμικών αεροσκαφών F-84 Φάντομ, η οποία από της 18 Ιουλίου βρισκόταν σε ετοιμότητα στο αεροδρόμιο Καστελίου Κρήτης για να βρίσκεται πιο κοντά (απόσταση 600 χλμ.). Αυτή η Μοίρα προβλεπόταν να προσβάλει “εφ’ άπαξ” την αποβατική δύναμη των Τούρκων με βόμβες, ρουκέτες και πολυβόλα, σε συνδυασμό με την προώθηση τουλάχιστον ενός ελληνικού υποβρυχίου στην Κύπρο, προς ενίσχυση και συμβολή στην καταστροφή της αμφίβιας εχθρικής δύναμης. Επειδή τα καύσιμα δεν θα επαρκούσαν για την επιστροφή των αεροσκαφών στη βάση τους, θα έπρεπε αναγκαστικά να προσγειωθούν σε αεροδρόμια της νότιας Κύπρου ή της Ρόδου και, σε απόλυτη ανάγκη, στο αεροδρόμιο της Βηρυτού ή του Τελ Αβίβ!

Επίσης για την άμυνα της Κύπρου προβλεπόταν από το “Σχέδιο Κ” η στρατιωτική δράση τουλάχιστον ενός υποβρυχίου τύπου 209, γερμανικής προέλευσης -από τότε η Γερμανία είχε, βλέπετε, αναλάβει ένα σημαντικό τμήμα των αμυντικών δαπανών της Ελλάδας, αποκόμιζε σημαντικά κέρδη και μοίραζε μίζες-,  8 τορπιλοσωλήνες, φορτίο 15 τορπιλών, ακτίνα δράσης 7.520 ν. μίλια και διάρκεια επιχειρήσεων 50 μέχρι 60 ημέρες. Κατά την εκτίμηση του ΓΕΝ, υποβρύχια αυτού του τύπου μπορούσαν να φθάσουν στην περιοχή της Κύπρου σε 40 μέχρι 56 ώρες από την περιοχή της Κρήτης. Σύμφωνα με τον Ι. Βαρβιτσιώτη: “Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι τουρκικές αποβατικές δυνάμεις θα είχαν μεγάλες απώλειες, εάν τα ελληνικά υποβρύχια κατόρθωναν να φθάσουν στην περιοχή της απόβασης…”.

Σύμφωνα με το πόρισμα του “Φακέλου Κύπρου” η μη έγκαιρη αποστολή των υποβρυχίων και λόγω αυτής της αιτίας μη επίθεση κατά της τουρκικής αποβατικής δύναμης “στέρησε, μαζί με τη μη επέμβαση των αεροσκαφών, από τις ελληνικές δυνάμεις, τη μοναδική ευκαιρία να καταγάγουν μία μοναδική νίκη επί της τουρκικής αποβατικής δύναμης που κατά πάσα πιθανότητα θα ανάγκαζε το τουρκικό Γενικό Επιτελείο να ματαιώσει όλες τις Επιχειρήσεις, πράγμα που θα είχε θετικές επιπτώσεις τόσο για την Ελλάδα, όσο και για την Κύπρο. Η ποιότητα και το αξιόμαχο των υποβρυχίων που μόλις είχαν αποκτηθεί, καθώς και οι νέες τεχνολογικές εφαρμογές τις οποίες έφεραν, τα καθιστούσαν αποφασιστικό παράγοντα για την έκβαση της αποβατικής εχθρικής ενέργειας”.

Τελικά ούτε τα υποβρύχια απέπλευσαν, ούτε και η Μοίρα των 20 F-84 Φάντομ, τα μισά μόνον εκ των οποίων ήταν αξιόμαχα, πέταξε προς την Κύπρο. Η σχετική διαταγή δόθηκε αργά (13.15′) κι ενώ είχε πέσει η Κυρήνεια στα χέρια των Τούρκων και είχε γίνει δεκτή η κατάπαυση του πυρός κι έτσι η αποστολή των F-4 ματαιώθηκε οριστικά. Έτσι “η συμβολή της Αεροπορίας κατά την κρίσιμη περίοδο κυμάνθηκε μεταξύ μηδενικής έως μηδαμινής συμβολής στις διεξαχθείσες επιχειρήσεις”, σημειώνει το πόρισμα. Αλλά και η επιστράτευση στην Κύπρο για την ενίσχυση των Ελληνοκυπριακών δυνάμεων άργησε, κι όταν κηρύχθηκε απέτυχε οικτρά λόγω ανοργανωσιάς, αλλά και του χάους που προκαλούσαν οι συνεχείς βομβαρδισμοί των οδικών αξόνων από την τουρκική αεροπορία.

Διαφημιστική καταχώρηση
Διαφημιστική καταχώρηση

Επίσης η αποστολή στην Κύπρο ενισχύσεων μέσω ενός πλοίου από την Κρήτη στο οποίο επέβαινε το 573 Τάγμα Πεζικού και 550 Κύπριοι εθελοντές, κυρίως Κύπριοι φοιτητές στην Ελλάδα, υπό τον Συνταγματάρχη Παπαποστόλου, διατάχθηκε να αλλάξει πορεία και να κατευθυνθεί αντί για την Κύπρο στη Ρόδο με τη δικαιολογία ότι απειλούνταν με τουρκική απόβαση! “Σπεύσατε και αποβιβάσατε τα τμήματα εις Ρόδον, απειλουμένην υπό Τούρκων”, ήταν η σχετική εντολή. Όταν οι στρατιώτες και οι εθελοντές αποβιβάστηκαν τελικά στη Ρόδο αντί για την Κύπρο και είδαν πως όλα ήταν φυσιολογικά, υπήρχαν τουρίστες και κανείς δεν έδειχνε να ανησυχεί για τουρκική εισβολή, κατάλαβαν ότι είχαν εξαπατηθεί…

“Δεν έχουμε ψωμί, δεν έχουμε γαλέτα, δεν έχουμε όπλα!”: Από τη  Γενική Επιστράτευση στην Εκεχειρία

Η αργοπορημένη απόφαση των Χουντικών για γενική επιστράτευση στην Ελλάδα, η οποία αποφασίστηκε στις 20.7.1974, μετέφερε το χάος που δημιούργησαν στην Κύπρο και εντός της Ελλάδας. Χαρακτηριστικές είναι οι φράσεις που ακούγονταν από τους επίστρατους Έλληνες στρατιώτες: “Δεν έχουμε ψωμί, δεν έχουμε γαλέτα, δεν έχουμε όπλα!” Σύμφωνα με τον στρατηγό Σιαπκαρά: “οι επίστρατοι μπουκάρανε στις αποθήκες της επιστράτευσης”. Από την πλευρά του ο Πολίτης κατέθεσε ότι “γέμισαν οι μονάδες επιστράτευσης από αυτοκίνητα και από ανθρώπους που ήθελαν να πάνε να πολεμήσουν και δεν μπορούσαν ούτε να τους ντύσουν”. Σε κάποιες άλλες περιπτώσεις οι επίστρατοι, ακόμη και σε παραμεθόριες μονάδες, αντί για όπλα και πυρομαχικά έβρισκαν στα κιβώτια των στρατιωτικών αποθηκών πέτρες! Οι φήμες έλεγαν πως δεν τους εξόπλιζαν διότι η Χούντα φοβότανε πως οι επίστρατοι θα έκαναν ένοπλη εξέγερση κατά του καθεστώτος. Σύμφωνα τέλος με την άποψη της ΚΥΠ η επιστράτευση “επιεικώς μπορεί να χαρακτηρισθεί ως ‘μωρία’” (Τσουμής), με άλλα λόγια άλλη μια ανοησία της Χούντας που απέτυχε.

Στο μεταξύ αργά το βράδυ της 20ής Ιουλίου το Σ. Α. του ΟΗΕ ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα με το οποίο ζητούσε την άμεση κατάπαυση του πυρός και την απομάκρυνση όλων των ξένων στρατευμάτων από την Κύπρο, που βρίσκονταν εκεί παρά τα διεθνή σύμφωνα (αρ. 353).

Στη προσύσκεψη που έγινε από τους Χουντικούς το πρωί της ίδιας ημέρας “μπούκαραν” χωρίς προειδοποίηση και αναγγελία οι Αμερικανοί Σίσκο (υφυπουργός Εξωτερικών), Έλσγουωρ (υφυπουργός Εθνικής Άμυνας), Τάσκα πρέσβης στην Αθήνα και Μάρντερ (στρατιωτικός ακόλουθος), ζητώντας επίμονα ΑΥΤΟΣΥΓΚΡΑΤΗΣΗ ώστε να αποφευχθεί Ελληνο-τουρκικός πόλεμος. Ήταν άλλωστε η εποχή που η εξωτερική (και εν μέρει και η εσωτερική) πολιτική της Ελλάδας του βαθέως “κράτους της Δεξιάς” αποφασιζόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από την Αμερικανική πρεσβεία της Αθήνας. Σε μια έκρηξη οργής ο Ιωαννίδης φώναξε προς τους Αμερικανούς “μας εξαπατήσατε!” και  και κινούμενος προς την έξοδο είπε: “εμείς θα κηρύξουμε πόλεμο!” Στο Πολεμικό Συμβούλιο που ακολούθησε ακούστηκαν συνθήματα για πόλεμο, Ένωση κλπ. Ενώ ο Ιωαννίδης πρότεινε ανοικτά μια αποτυχημένη μπλόφα της Χούντας: “Να αναγγείλουμε ότι θα κάνουμε την Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αλλά δεν θα την κάνουμε, θα το πούμε αυτό για να εκφοβίσουμε τους Τούρκους, για να τους δείξουμε την αποφασιστικότητά μας (…) Πηγαίνετε πέστε εμείς κάνουμε επιστράτευση μπήκαμε στον πόλεμο τώρα, ό,τι βγάλει ο τόπος”. (Κατσαδήμας, σ.58).

Βέβαια η κατάσταση και στο εσωτερικό της Ελλάδας ήταν τραγική, όπως έδειξε και το χάος που δημιούργησε η γενική επιστράτευση, οπότε η κατάπαυση του πυρός και η ανακωχή ήταν η μόνη λύση που συνέφερε τους Χουντικούς αλλά και γι’ αυτό πόνταραν στον αμερικανικό παράγοντα και ειδικά στον Κίσιντζερ.

“Οι Αμερικάνοι μας κοροϊδεύουν”

Ο Χένρι Κίσιντζερ ήταν τότε ο απόλυτος κυρίαρχος της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ και θεωρούνταν “φιλότουρκος”. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έφθασαν, μέσω της Μ. Βρετανίας (Κάλλαχαν), στην Αθήνα “ο Κίσινγκερ ήτο απρόθυμος να ασκήσει πίεση επί της Τουρκίας προκειμένου να παρεμποδίσει την προέλαση των στρατευμάτων της στην Κύπρο”. Έτσι και η Μεγάλη Βρετανία που ήταν -και είναι- Εγγυήτρια Δύναμη της Κυπριακής Δημοκρατίας, είχε το  πρόσχημα για να αποφύγει να αναλάβει τις ευθύνες της. Οι ΗΠΑ, μέσω του Σίσκο που πηγαινοερχόταν μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας είχαν ως βασικό τους μέλημα να αποφύγουν έναν γενικευμένο Ελληνοτουρκικό πόλεμο, που θα διέλυε τη ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ σε μια εποχή που η Σοβιετική Ένωση ήταν ακόμη πανίσχυρη. Έτσι οι ΗΠΑ παρακολουθούσαν και μεθόδευαν τις εξελίξεις στον αποδιοργανωμένο από τη Χούντα ελληνικό Στρατό, ώστε να μην είναι σε θέση να διεξαγάγει πόλεμο κατά της Τουρκίας. Οι Χουντικοί άρχισαν τότε να αντιλαμβάνονται πως “οι Αμερικάνοι μας κοροϊδεύουν”. Τους εκμεταλλεύτηκαν ως “χρήσιμους ηλίθιους” και πλέον τους εγκατέλειπαν. Δεν υπήρχε περίπτωση σθεναρής αντίστασης εκ μέρους της Ελλάδας κι έτσι “εθεώρησα επιβαλλομένην την ανακωχήν ως υπαγορευομένην υπό του υψίστου Εθνικού συμφέροντος πριν οι Τούρκοι αντιληφθούν την αμέσως ανωτέρω αναφερομένην κατάστασιν και πριν εξατμισθή η εντύπωσις εκ της μέχρι τότε σθεναράς αντιστάσεως” (Γεώργιος Μαύρος). 

Πράγματι το State Department, στις 6.00΄ το πρωί της 22 Ιουλίου 1974 , ανακοίνωσε την είδηση για τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός σα να επρόκειτο για αναγγελία της Κυβέρνησης των ΗΠΑ! Ακολούθησαν ανακοινώσεις από την Ελληνική και Τουρκική Κυβέρνηση. Η εκεχειρία ωστόσο αποδείχθηκε προσωρινή, ο ΑΤΤΙΛΑΣ Ι είχε βάλει το πόδι του στην τραυματισμένη Κύπρο, όπου αποβιβάστηκαν ισχυρές τουρκικές δυνάμεις και με την κατάληψη της Κυρήνειας επιτεύχθηκε η συνένωση του προγεφυρώματος με τον τουρκικό θύλακα της Λευκωσίας. Το πρώτο στάδιο του τουρκικού σχεδίου πέτυχε. Θα ακολουθούσε σύντομα και το δεύτερο (ΑΤΤΙΛΑΣ ΙΙ), καθώς “αν υποχωρήσετε θα προβάλουν αμέσως μεγαλύτερη απαίτηση διότι θα δουν ότι και τώρα ενδώσατε στον φόβο” (Θουκιδίδης).

 

Ο Γιώργος Στάμκος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.

https://tvxs.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

Φάκελος Κύπρου: Πως η Χούντα πρόδωσε την ανοχύρωτη Κύπρο [Ντοκουμέντα](ΕΔΩ)

Απάντηση

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.