ΣτΕ: τα παράδοξα, οι επικρίσεις και οι αποφάσεις που δεν εφαρμόστηκαν

Να παραιτηθεί έναν μήνα πριν συνταξιοδοτηθεί και μάλιστα κάνοντας θόρυβο με δηλώσεις on camera επέλεξε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Νίκος Σακελλαρίου. Πίσω από την «ηχηρή» παραίτηση του ανώτατου δικαστή βρίσκονται, όπως αναφέρουν αρκετοί, πολιτικές βλέψεις. Άλλωστε, η παραίτηση συνοδεύτηκε από μια άκρως πολιτική δήλωση.

Τι είναι όμως πραγματικά το ΣτΕ; Ποιες οι αποφάσεις που έχει λάβει; Εν νυκτί από μνημονιακό έγινε αντιμνημονιακό; Ο κ. Σακελλαρίου με συναισθηματική φόρτισε κατήγγειλε τις μειώσεις των συντάξεων. Ξέχασε βέβαια πως για χρόνια το ΣτΕ έκρινε σχεδόν παγίως αντισυνταγματικές μόνον τις περικοπές εκείνες που αφορούσαν τις αποδοχές και τις συντάξεις δικαστικών και ενστόλων.

Τι μας αποδεικνύει η ιστορία

Πολλές από τις αποφάσεις του ΣτΕ είναι κατά πολλούς αντιφαντικές, έχουν κριθεί σκληρά και το κυριότερο δεν έχουν εφαρμοστεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Χαρακτηριστικά τέτοια παραδείγματα δεν είναι άλλα από το κλείσιμο της ΕΡΤ, μια προ εξαετίας απόφαση η οποία έκρινε ότι ο τρόπος λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών, μέσω συνεχιζόμενων παρατάσεων των προσωρινών αδειών τους δεν ήταν σύννομος και μια τρίτη πιο πρόσφατη απόφαση, από την οποία προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας ότι το ίδιο το ΕΣΡ το οποίο βάσει της συνταγματικής επιταγής είναι αρμόδιο για τη διενέργεια διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές άδειες, λειτουργούσε εκτός του νόμιμου πλαισίου εξαιτίας της αυτοδίκαιης παράτασης της θητείας των μελών του.

Ταυτόχρονα, μια σειρά άλλων αποφάσεων του ανωτάτου δικαστηρίου έχουν κατά καιρούς προκαλέσει αντιδράσεις, επικρίθηκαν σκληρά τόσο από τον πολιτικό κόσμο όσο και από την κοινωνία, ωστόσο υπό την ανάγκη του λεγόμενου «δημοσίου συμφέροντος» εφαρμόστηκαν, τις περισσότερες φορές ευνοώντας τις κυβερνητικές επιλογές. Σε καμιά απ’ αυτές τις περιπτώσεις δεν υπήρξαν αντιδράσεις από τις συνδικαλιστικές ενώσεις των δικαστών ούτε μομφές προς την εκάστοτε ηγεσία ότι διολισθαίνει στον αυταρχισμό επειδή έκρινε αρνητικά ή ακόμη περισσότερο αρνήθηκε να συμμορφωθεί με τη νομική επιταγή. 

Συνταγματικά μνημόνιο, χαράτσι και «κούρεμα»

Ορισμένες από τις αποφάσεις του για τις οποίες το ΣτΕ επικρίθηκε εντονότατα ήταν αυτές για το πρώτο μνημόνιο, το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων ή αλλιώς PSI και το κατ’ Ευάγγελο Βενιζέλο «ασφάλιστρο κινδύνου», δηλαδή το χαράτσι. Για τα παραπάνω θέματα το ΣτΕ αποφάνθηκε με γνώμονα το «δημόσιο συμφέρον» (το οποίο στην πλειοψηφία τους δεν εντόπισαν οι δικαστές που εξέτασαν τις προσφυγές των καναλαρχών για την αντισυνταγματικότητα του νόμου Παππά), περί της συνταγματικότητας τους αγνοώντας τα αιτήματα χιλιάδων πολιτών που κινούνταν στην αντίθετη κατεύθυνση. 

Το ανώτατο δικαστήριο συνέβαλε δηλαδή με τις αποφάσεις του στην εφαρμογή των μνημονίων, κρίνοντας πως όλα κινήθηκαν εντός του συνταγματικού πλαισίου. Στο πλαίσιο αυτό με την απόφαση 668/2012 και πρόεδρο τον μετέπειτα μεταβατικό πρωθυπουργό Παναγιώτη Πικραμένο το ΣτΕ έκρινε συνταγματικό, νόμιμο και σύμφωνο με τις διεθνείς συμβάσεις και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου το μνημόνιο του 2010, ενώ την ίδια χρονιά έκρινε ότι το χαράτσι της ΔΕΗ δεν αντίκειται στο Σύνταγμα και στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, επομένως είναι συνταγματικό, με το σκεπτικό, μεταξύ άλλων, ότι κάλυπτε την περίοδο εκείνη ανάγκη δημοσίου συμφέροντος, αφού αφενός επιβαλλόταν για να καλυφθεί πρόσθετο δημοσιονομικό κενό και αφετέρου ήταν προσωρινό, δηλαδή διετούς διάρκειας.

Εντονότατες αντιδράσεις ωστόσο προκάλεσαν και οι αποφάσεις του ανωτάτου ακυρωτικού δικαστηρίου για το PSI. Το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων που επηρέασε εκτός από την Ελλάδα, τα ασφαλιστικά ταμεία και τους κατόχους ομολόγων και την Κύπρο οι μεγαλύτερες τράπεζες της οποίας κατείχαν χρεόγραφα του ελληνικού Δημοσίου κι έχασαν εν μια νυκτί μεγάλο μέρος της κεφαλαιακής επάρκειάς τους, γεγονός που συνέβαλε, σε συνδυασμό με την αδιαφανή λειτουργία τους, στην κατάρρευσή τους. 

Το ΣτΕ κλήθηκε το 2014 να εξετάσει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το «κούρεμα» των ομολόγων τον Μάρτιο του 2012 μετά από αίτημα περίπου επτά χιλιάδων ομολογιούχων (φυσικών προσώπων, ΝΠΔΔ, ΝΠΙΔ, Εμπορικό και Βιομηχανικό Επιμελητήριο, Εθνικός Οργανισμός Φαρμάκων, ΕΔΟΕΑΠ, φαρμακευτικών εταιρειών, ΤΕΙ Καβάλας, κ.λπ.), οι οποίοι υποστήριζαν ότι απώλεσαν λόγω του PSI περισσότερο από το μισό του συνολικού κεφαλαίου τους. 

Παρά ταύτα, το ΣτΕ, έκρινε τον νόμο συνταγματικό, λαμβάνοντας για μια ακόμη φορά υπ’ όψιν του «λόγους δημοσίου συμφέροντος» και με το σκεπτικό ότι πρώτον δεν θεσπίστηκε «κατά τρόπο αυθαίρετο από το νομοθέτη, αλλά σύμφωνα με τα διεθνή συναλλακτικά ήθη, όπως αυτά εξελίσσονται» και δεύτερον ότι η ανταλλαγή των ομολόγων ήταν αποτέλεσμα της επιτακτικής και άμεσης ανάγκης μείωσης του δημοσίου χρέους και επαναφοράς του σε πορεία βιωσιμότητας. Αντιδράσεις προκάλεσε βεβαίως και η απόφαση με την οποία οι προσφεύγοντες ομολογιούχοι υποχρεώνονταν να πληρώσουν δικαστικά έξοδα ύψους άνω των 1.300 ευρώ.

Οι «αντισυνταγματικότητες», το ΣΔΟΕ και το ΚΕΕΛΠΝΟ

Σε πολλές περιπτώσεις πάντως, το ΣτΕ χαρακτήρισε νομοθετήματα αντισυνταγματικά δημιουργώντας επίσης απορίες για το σκεπτικό του. Ενδεικτικότερο τέτοιο παράδειγμα δεν είναι άλλο από την επιβολή του διοικητικού μέτρου της δέσμευσης του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας εταιρίας από το ΣΔΟΕ, το οποίο με την απόφαση 1260/2015 (σε συνέχεια της απόφασης 3316/2014) το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικό. 

Η υπόθεση είχε φτάσει στο ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο μετά από αίτηση εταιρίας της οποίας την περιουσία είχε κατασχέσει το ΣΔΟΕ, το οποίο μετά από στις οικονομικές δραστηριότητες και συναλλαγές της, των στελεχών της και άλλων εμπλεκομένων προσώπων για διερεύνηση υπόθεσης εκτεταμένης φοροδιαφυγής και νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, διαπίστωσε πως μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρίας έκανε ξέπλυμα χρήματος. Στην προκειμένη περίπτωση το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι «αν και με το μέτρο αυτό εξυπηρετείται σκοπός δημοσίου συμφέροντος, εν τούτοις δεν διαγράφονται στον νόμο κατά τρόπο σαφή και αντικειμενικό οι προϋποθέσεις της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, αλλ’ αντιθέτως, με τη χρήση αόριστων εννοιών, καταλείπεται ευρύτατο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στη Διοίκηση. 

Επιπλέον δε, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας, διότι δεν τίθεται από τον νόμο περιορισμός ως προς την έκταση των περιουσιακών στοιχείων, που επιτρέπεται να τίθενται υπό δέσμευση από τη Διοίκηση, ούτε, κυρίως, ως προς τη χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως, ενώ δεν ρυθμίζεται ειδικότερα η διαδικασία της επιβολής και της άρσης της δεσμεύσεως των περιουσιακών στοιχείων, με πρόβλεψη διαδικαστικών εγγυήσεων ανάλογων προς τη σοβαρότητα του λαμβανόμενου μέτρου». Το ΣτΕ δηλαδή, ερμηνεύοντας τον νόμο στον οποίο είχαν βασιστεί οι Αρχές για να προχωρήσουν σε κατάσχεση, έδενε τα χέρια του ΣΔΟΕ ως προς τη συνέχιση της έρευνας επικαλούμενο ασάφεια στο νομοθετικό πλαίσιο και παρότι αναγνώριζε ότι από το μέτρο της κατάσχεσης εξυπηρετείτο το δημόσιο συμφέρον.

Ανάλογη απόφαση, η οποία δημιούργησε ερωτηματικά ήταν η 1877/2016 με την οποία το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές και παράνομες τις αναγκαστικές παραιτήσεις μελών της διοίκησης του ΚΕΕΛΠΝΟ που έγιναν από τον αναπληρωτή υπουργό Υγείας Παύλο Πολάκη. 

Στην πραγματικότητα, ο Παύλος Πολάκης λειτούργησε παράτυπα στην προκειμένη περίπτωση ζητώντας τις παραιτήσεις της διοίκησης του Κέντρου, πλην όμως το έπραξε με γνώμονα τη συμμόρφωση του ΚΕΕΛΠΝΟ στις νομικές διατάξεις που αφορούν προσλήψεις ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού. Ο αναπληρωτής υπουργός εν ολίγοις απαιτούσε από τη διοίκηση του ΚΕΕΛΠΝΟ να ακολουθήσει πιστά τα κριτήρια του ΑΣΕΠ πράγμα το οποίο αρνείτο πεισματικά. 

Εν τέλει, το ΣτΕ έκρινε αντισυνταγματικές τις υποχρεωτικές παραιτήσεις των μελών της διοίκησης, κρίνοντας πως δεν ετίθεντο λόγοι δημοσίου συμφέροντος που να καθιστούσαν εύλογη την απόφαση Πολάκη. 

Οι αποφάσεις του ΣτΕ που δεν εφαρμόστηκαν ποτέ 

Στο παρελθόν το ΣτΕ έχει εκδώσει σειρά αποφάσεων τις οποίες οι προηγούμενες κυβερνήσεις δεν εφάρμοσε ποτέ.

Με αποφάσεις του για παράδειγμα από το 2014 και μετά χαρακτήριζε αντισυνταγματική τη μερική αποκατάσταση του μισθολογικού των στρατιωτικών, που έγινε το 2014 με υπουργική απόφαση, διαμορφώνοντας τις αποδοχές, τα επιδόματα και τις συντάξεις τους σε χαμηλότερα κατά 50% επίπεδα από τα προβλεπόμενα, ενώ κρίθηκε ακόμη ότι οι αποδοχές τους πρέπει να επανέλθουν στο προ της 1ης Αυγούστου 2012 καθεστώς, όταν περικόπηκαν σε εφαρμογή των νόμων για τα μνημόνια. 

Η Ολομέλεια του ΣτΕ το 2014 είχε και πάλι δικαιώσει τους ενστόλους, κρίνοντας ότι η αναδρομική από 1η Αυγούστου 2012 μείωση των αποδοχών τους είναι αντισυνταγματική και ότι πρέπει να επανέλθουν οι αποδοχές τους στο προηγούμενο προ των μειώσεων καθεστώς, όπως επίσης είχε κρίνει ότι το κράτος πρέπει να απέχει από οποιαδήποτε πράξη που θα επιφέρει νέες μειώσεις στο ύψος των αποδοχών του Ιουλίου 2012. 

Στη συνέχεια όμως ψηφίστηκε ο νόμος 4307/2014, με τον οποίο προσδιορίστηκαν νέοι συντελεστές των βασικών μισθών των στρατιωτικών και καθορίστηκαν εκ νέου τα επιδόματά τους, με αποτέλεσμα να επέρχονται μειώσεις στις αποδοχές και στις συντάξεις τουλάχιστον κατά 50% σε σχέση με τους μισθούς και τις συντάξεις του 2012. 

Είναι χαρακτηριστικό ότι στην εν λόγω απόφαση του Συμβουλίου επισημαινόταν ότι τα προηγούμενα χρόνια η Πολιτεία προσαρμόστηκε πλημμελώς στις αποφάσεις και δεν εφάρμοσε τη συνταγματικά προστατευόμενη αρχή της ιδιαίτερης μισθολογικής μεταχείρισης των στρατιωτικών.

Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση του εμπορικού κέντρου «The Mall» στο Μαρούσι, η ανέγερση και κατασκευή του οποίου κρίθηκε από το ΣτΕ αντισυνταγματική. Εκτός αυτού, το ανώτατο δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε ούτε ειδική αιτιολογία, όπως απαιτεί η νομοθεσία, για τον υπερδιπλάσιο του μέσου συντελεστή δόμησης του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου της περιοχής που χρησιμοποιήθηκε κατά την ανέγερση του εμπορικού κέντρου στο Μαρούσι και ακύρωσε την οικοδομική του άδεια, καθώς κρίθηκε ότι δεν υπήρχε η απαιτούμενη μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων. Οι δικαστές ζήτησαν τότε από το ΥΠΕΧΩΔΕ να επανέλθει με νεότερες αποφάσεις του οι οποίες θα περιλαμβάνουν Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων του όλου έργου και θα αιτιολογούν την αναγκαιότητα μεγαλύτερου (υπερδιπλάσιου) συντελεστή δόμησης για την ανέγερση του «The Mall». 

Όταν οι δικαστές κρίνουν παράνομες τις μειώσεις των μισθών τους

Τα ανώτατα δικαστήρια παράλληλα έχουν επανειλημμένως ταχθεί και μάλιστα σ’ αυτή την περίπτωση με την έκδοση σκληρών ανακοινώσεων κατά της μείωσης των μισθών τους, παρ’ ότι θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει ότι κι αυτές αποφασίζονταν στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής της χώρας, άρα κατά μία έννοια στο πλαίσιο του γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, το οποίο τα ανώτατα δικαστήρια αποδέχονταν όταν εξέταζαν ενδεχόμενη αντισυνταγματικότητα του πρώτου μνημονίου. 

Σ’ αυτή την περίπτωση βέβαια τα πράγματα διέφεραν για τους δικαστές, που τον Δεκέμβριο του 2013 αποφάσισαν ότι οι μειώσεις τους είναι αντισυνταγματικές. Το Μισθοδικείο συγκεκριμένα έκρινε αντισυνταγματικές τις μειώσεις των αποδοχών τους, καθώς επίσης έκρινε ότι το 25% του εισοδήματος των δικαστών πρέπει να είναι αφορολόγητο, όπως είναι και στους βουλευτές, ενώ αντισυνταγματική έκρινε το ίδιο δικαστήριο το 2016 την κατά 50% μείωση επιστροφής των αναδρομικών των δικαστών, με το σκεπτικό ότι περιλαμβάνει διατάξεις αντίθετες στο Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. 

Οι μεγαλύτερες δικαστικές ενώσεις μάλιστα, ανάμεσα στις οποίες η Ένωση δικαστών του ΣτΕ, του Ελεγκτικού Συνεδρίου και του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους εξέδωσαν σκληρή ανακοίνωση με την οποία καλούσαν την κυβέρνηση να συμμορφωθεί με τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης κατηγορώντας την ότι πλήττει το κύρος της και ότι αθετεί τις δεσμεύσεις της για ανεπιφύλακτο σεβασμό στην ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και τις αποφάσεις της. Οι δικαστές ανέφεραν ταυτόχρονα ότι δεν θα δεχθούν την υποβάθμιση των συνθηκών της ζωής και της εργασίας τους σε σημείο τέτοιο, που να διακυβεύεται άμεσα η δυνατότητα να ανταποκριθούν στα καθήκοντά τους. 

Επιτηδευματίες και «μπλοκάκια» σε δεύτερη μοίρα

Μια σειρά ακόμη (τεσσάρων για την ακρίβεια) αποφάσεων του ΣτΕ, αφορούσαν το λεγόμενο τέλος επιτηδεύματος. Ενός επιπρόσθετου, προληπτικού κατά μία έννοια, φόρου που επιβλήθηκε στους επιτηδευματίες και ελεύθερους επαγγελματίες. 

Το τέλος επιτηδεύματος, ο επιπλέον κατώτατος φόρος δηλαδή αφορούσε όσους δεν βαρύνονται με φόρο εισοδήματος είτε επειδή δήλωσαν εισόδημα κατώτερο του αφορολογήτου ορίου είτε επειδή είχαν, κατά περίπτωση, μεγάλες εκπτώσεις από τον φόρο, όσο κι εκείνους που βαρύνονται με φόρο εισοδήματος είτε μικρότερο είτε μεγαλύτερο του παγίως οριζομένου φόρου, δηλαδή του τέλους επιτηδεύματος. Το σκεπτικό της επιβολής του φόρου ήταν ότι θα βοηθούσε στην πάταξη της φοροδιαφυγής, καθώς θα συμμετείχαν περισσότεροι φορολογούμενοι στα φορολογικά βάρη, πράγμα το οποίο εκ του αποτελέσματος φαίνεται πως δεν επετεύχθη. 

Το ΣτΕ πάντως έκρινε το 2014 αυτό το ιδιότυπο «χαράτσι» νόμιμο και συνταγματικό, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς περί παραβίασης της συνταγματικής αρχής της ισότητας και αποδεχόμενο αντιθέτως το σκεπτικό του νομοθέτη, δηλαδή του Ευάγγελου Βενιζέλου, σύμφωνα με το οποίο «το τέλος επιτηδεύματος επιβλήθηκε ως μέτρο αναγκαίο για την αντιμετώπιση των συνεπειών της οικονομικής κρίσης και, συγκεκριμένα, προς το σκοπό ενίσχυσης των δημοσίων εσόδων, εν όψει των δημοσιονομικών συνθηκών που διέρχεται η χώρα».

Ανάλογες αποφάσεις του ΣτΕ οι οποίες ελήφθησαν με γνώμονα το δημόσιο συμφέρον, αλλά επικρίθηκαν έντονα ήταν οι αποφάσεις με τις οποίες κρίνονταν νόμιμες και συνταγματικές οι περικοπές των δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας των συνταξιούχων των οργανισμών κοινωνικής ασφάλισης, εκτός του ΟΓΑ, αλλά και οι πλέον πρόσφατες αποφάσεις (1129 έως 1156/2016) με τις οποίες των ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο άναψε το πράσινο φως για την παραχώρηση στο ΤΑΙΠΕΔ και την εν συνεχεία μεταβίβαση σε τρίτους των μικρών λιμένων και τουριστικών λιμένων σκαφών αναψυχής. 

Τέλος ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η απόφαση 1858/2015 με την οποία το ΣτΕ έκρινε ότι είναι συνταγματικά ανεκτές και νόμιμες οι ρυθμίσεις του νόμου για την νομιμοποίηση των αυθαιρέτων. 

Ο εν λόγω νόμος προέβλεπε συγκεκριμένα τη διατήρηση για μεγάλο χρονικό διάστημα των αυθαιρέτων, την εξαίρεση τους από την κατεδάφιση κ.ά, ενώ εξαιρούσε μόνο εκείνα τα ακίνητα που έχουν κριθεί αυθαίρετα και κατεδαφιστέα με τελεσίδική δικαστική απόφαση.

Εκτός νόμου τα κανάλια σύμφωνα με το ΣτΕ

Αναλυτικότερα, το 2010 με την απόφαση 3578/2010, οι δικαστές του ανωτάτου δικαστηρίου έκριναν αντισυνταγματικό τον τρόπο λειτουργίας των τηλεοπτικών σταθμών και συγκεκριμένα το καθεστώς προσωρινής αδειοδότησής του το οποίο διαρκώς παρατινόταν. Στην εν λόγω απόφαση τονιζόταν χαρακτηριστικά ότι η επ’ αόριστον ανοχή της λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών, οι οποίοι ιδρύθηκαν και λειτούργησαν παρανόμως, αντίκειται προς το Σύνταγμα, διότι «πρώτον αντιβαίνει προς την θεμελιώδη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, από την οποία απορρέει η υποχρέωση του Κράτους να εγγυάται υπέρ των πολιτών των πιστή εφαρμογή του νόμου και να προασπίζει τα δημόσια αγαθά» και δεύτερον αντιβαίνει προς την συνταγματική αρχή της ισότητας, διότι θέτει τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία, ενώ είχαν την πραγματική δυνατότητα και τη βούληση να ιδρύσουν τηλεοπτικό σταθμό, δεν το έπραξαν όμως αυθαιρέτως και δεν παρέβησαν τον νόμο, σε εξόχως μειονεκτική μοίρα σε σχέση με τα πρόσωπα, τα οποία, με την αυθαίρετη κατάληψη ραδιοσυχνότητας, ίδρυσαν παρανόμως, χωρίς δηλαδή άδεια, τηλεοπτικό σταθμό». Στην ίδια απόφαση τονίζεται μάλιστα ότι «πράγματι, τα τελευταία αυτά πρόσωπα νέμονται τομέα της αγοράς τηλεοπτικών υπηρεσιών, η λειτουργία της οποίας μάλιστα συνδέεται με την, καίριας σημασίας σε μία δημοκρατική πολιτεία, άσκηση των δικαιωμάτων του πληροφορείν και του πληροφορείσθαι».

Από την ημερομηνία έκδοσης εκείνης της απόφασης του ΣτΕ, πέρασαν έξι χρόνια μέχρι να πραγματοποιηθεί διαγωνισμός. Έξι χρόνια κατά τα οποία οι τηλεοπτικοί σταθμοί λειτουργούσαν εκτός της συνταγματικής νομιμότητας, όπως έκαναν, σύμφωνα με την ίδια απόφαση από την πρώτη στιγμή. 

Όσα διαπίστωνε τότε το ΣτΕ, παραπέμφθηκαν από τους κυβερνώντες στις καλένδες, αφού, παρότι το καθεστώς λειτουργίας των καναλιών κρινόταν αντισυνταγματικό, δεν υπήρξε βούληση για την εφαρμογή του νόμου. 

Έτσι η κατάσταση διαιωνιζόταν με νέες παρατάσεις προς τους καναλάρχες, με τον Αντώνη Σαμαρά μάλιστα το 2012 να χορηγεί εκ νέου προσωρινό καθεστώς λειτουργίας στους τηλεοπτικούς σταθμούς, αρνούμενος ουσιαστικά να διεκδικήσει οικονομικά ανταλλάγματα για τη χρήση των συχνοτήτων. 

Προχώρησε δε ένα βήμα παραπέρα, παραχωρώντας μέσω της ΕΕΤΤ για 15 χρόνια τις συχνότητες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν από μη αδειοδοτημένους σταθμούς στην Digea. 

Απάντηση